Γιάννης Πουλόπουλος

Έλληνας τραγουδιστής

Ο Γιάννης Πουλόπουλος (Καρδαμύλη, 29 Ιουνίου 1941 - Χαϊδάρι, 23 Αυγούστου 2020)[2] ήταν Έλληνας τραγουδιστής, συνθέτης και στιχουργός.

Γιάννης Πουλόπουλος
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Γιάννης Πουλόπουλος (Ελληνικά)
ΓέννησηΙωάννης Πουλόπουλος
29 Ιουνίου 1941 (1941-06-29)
Καρδαμύλη Μάνης
Θάνατος23 Αυγούστου 2020 (79 ετών)
Χαϊδάρι Αττικής
Αιτία θανάτουΜυελοδυσπλαστικό σύνδρομο
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια[1]
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςνέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΤραγουδιστής
Οικογένεια
ΣύζυγοςΜπέτυ Πουλοπούλου (1985-2020)
Τέκνα1
ΑδέλφιαΒασίλης Πουλόπουλος
Εν ενεργεία1962 - 1999

Τα παιδικά του χρόνια

Ο Γιάννης Πουλόπουλος γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου του 1941 στην Καρδαμύλη Μεσσηνίας και έζησε τα πρώτα του χρόνια μαζί με την οικογένειά του στη περιοχή του Μεταξουργείου. Αργότερα, μετακόμισαν στο Περιστέρι και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή του Αγίου Ιερόθεου. Σε ηλικία 5 ετών έμεινε ορφανός από μητέρα και μεγάλωσε με τον πατέρα του, Γιώργο, ο οποίος αργότερα ξαναπαντρεύτηκε, και με τον μικρό του αδερφό, Βασίλη. Άρχισε να δουλεύει από αρκετά μικρή ηλικία, πουλώντας αρχικά ξηρούς καρπούς σε θερινά σινεμά και αργότερα σε οικοδομές ως ελαιοχρωματιστής και οικοδόμος, ενώ παράλληλα έπαιζε ποδόσφαιρο πότε στον Ατρόμητο και πότε στον Άγιο Ιερόθεο.  

Τα πρώτα βήματα στο τραγούδι

Ο Γιάννης Πουλόπουλος από μικρός είχε κλίση στο τραγούδι. Παρακινημένος από τους φίλους του, που τον άκουγαν να τραγουδάει, αλλά και έχοντας ο ίδιος μεγάλη πίστη στις φωνητικές του ικανότητες, πήγαινε σχεδόν καθημερινά σε ακροάσεις που πραγματοποιούσε η εταιρεία Columbia το 1962, αλλά συνεχώς τον απέρριπταν χωρίς καν να τον ακούσουν. Εκείνη την περίοδο εργαζόταν σε οικοδομές και παράλληλα φοιτούσε στη νυχτερινή σχολή ΝΤΗΖΕΛ με ειδικότητα ηλεκτρολόγου. Την ίδια χρονιά ηχογράφησε τα δύο πρώτα τραγούδια του. Πιο συγκεκριμένα, το Μάιο του 1962 ηχογράφησε το "Δως μου την καρδιά μου πίσω" του Πάνου Πέτσα, ένα συρτοτσιφτετέλι που κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών μαζί με το "Γεννήθηκα να σ' αγαπώ" της Πόλυ Πάνου και της Βούλας Γκίκα. Προς τα τέλη της ίδιας χρονιάς ηχογράφησε και το "Κορμί μου πονεμένο" σε μουσική και στίχους του Μπάμπη Δαλιάνη, το οποίο δεν κυκλοφόρησε ποτέ και έμεινε ως δείγμα στην Columbia. Εκείνη την περίοδο η Columbia, έχοντας στο δυναμικό της μεγάλο αριθμό άγνωστων και ανερχόμενων τραγουδιστών, αποφάσισε να κάνει εκκαθάριση και να κάνει νέες ακροάσεις, από τις οποίες θα κρατούσε 50 άτομα. Η επιτροπή ακροάσεων αποτελούνταν από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Γιάννη Παπαϊωάννου. Ο Πουλόπουλος, που συμμετείχε στις ακροάσεις αυτές, διάλεξε να πει δύο δύσκολα τραγούδια του Θεοδωράκη και, πιο συγκεκριμένα, το "Μάνα μου και Παναγιά" και το "Παράπονο". Μόλις τελείωσε, τον πλησίασε ο Μίκης Θεοδωράκης λέγοντας "Αυτόν εγώ θα τον κάνω τραγουδιστή", και τελικά ήταν ο μόνος που πέρασε από αυτή την ακρόαση.

Σκοπεύοντας να τηρήσει την υπόσχεσή του, ο Θεοδωράκης έδωσε στον Πουλόπουλο να ερμηνεύσει τρία τραγούδια για το θεατρικό έργο "Η Γειτονιά των Αγγέλων" του Ιάκωβου Καμπανέλλη, το οποίο ανέβηκε το 1963 στο θέατρο Ρεξ από τον θίασο Τζένης ΚαρέζηΝίκου Κούρκουλου. Τα τραγούδια αυτά ήταν τα "Στρώσε το στρώμα σου για δυο", "Δόξα τω Θεώ" και "Το ψωμί είναι στο τραπέζι", τα οποία ο Πουλόπουλος ερμήνευσε σε πρώτη εκτέλεση. Την ίδια περίοδο ηχογράφησε, επίσης, το "Πρωινό τραγούδι" του Σταύρου Ξαρχάκου στη μία και μοναδική συνεργασία τους. Το τραγούδι, ωστόσο, παρέμεινε ακυκλοφόρητο για περίπου 20 χρόνια, μέχρι να συμπεριληφθεί στο διπλό LP "Χρυσές επιτυχίες του Σταύρου Ξαρχάκου Νο 2" το 1983. Ο χειμώνας του 1963 βρήκε τον Πουλόπουλο να τραγουδά στο κέντρο "Ξημερώματα", στα Άνω Πατήσια, μαζί με την Καίτη Γκρέυ, τον Γιάννη Αγγέλου στο μπουζούκι και τον Γιάννη Μπουρνέλη ως κονφερασιέ. Το 1964, αφού ηχογράφησε σε πρώτη εκτέλεση δύο εμβληματικά τραγούδια της "Πολιτείας Β" του Μίκη Θεοδωράκη, το "Γωνιά-γωνιά" και το "Είναι μακρύς ο δρόμος σου", αποχώρησε από την Columbia, εξαιτίας ενός βέτο που έθεσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στην εταιρεία, ο οποίος έβλεπε τον νεαρό Πουλόπουλο ως απειλή. Προς τα τέλη της ίδιας χρονιάς, εντάχθηκε στο δυναμικό της νεοσύστατης τότε LYRA του Αλέκου Πατσιφά, όπου και παρέμεινε για τα επόμενα 11 χρόνια.

Το "νέο κύμα", ο κινηματογράφος και η γνωριμία με τον Μίμη Πλέσσα

Το 1964, ο Πουλόπουλος ξεκίνησε να εκπληρώνει τη στρατιωτική του θητεία με αποτέλεσμα να έχει αραιή δισκογραφική παρουσία μέχρι και την απόλυσή του το 1966. Παρ' όλα αυτά, αφού επανεκτέλεσε σε πρώτη φάση μια σειρά τραγουδιών του Θεοδωράκη στη LYRA, το 1965 ξεκίνησε να συνεργάζεται και με άλλους ανερχόμενους τότε σπουδαίους συνθέτες, όπως ο Μάνος Λοΐζος, ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Δήμος Μούτσης και ο Γιάννης Μαρκόπουλος, οι οποίοι του χάρισαν τις πρώτες του επιτυχίες ("Μη μου θυμώνεις μάτια μου", "Καράβια αλήτες", κλπ.). Την ίδια περίοδο, εμφανίστηκε σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα (Το στέκι του Γιάννη, Ταβάνια, κ.ά.), ενώ το 1966 τραγούδησε σε δύο λαϊκές συναυλίες που πραγματοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια και στην Κύπρο, μαζί με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τη Μαρία Φαραντούρη, την Ελένη Ροδά και τον πρωτοεμφανιζόμενο Δημήτρη Μητροπάνο, ολοκληρώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη συνεργασία του με τον μεγάλο συνθέτη.

Το 1966, ο Πουλόπουλος μπήκε για τα καλά πλέον στη δισκογραφία και, πέραν των δίσκων 45 στροφών με τραγούδια του που κυκλοφορούσαν σωρηδόν, τότε κυκλοφόρησε και ο πρώτος προσωπικός του δίσκος. Μέσα από τη συνεργασία του με συνθέτες, όπως ο Λίνος Κόκοτος, ο Νίκος Μαμαγκάκης και ο Γιάννης Σπανός, και ιδίως μέσα από τη συμμετοχή του στις πρώτες δύο "Ανθολογίες" του τελευταίου, ο Πουλόπουλος σύντομα ταυτίστηκε με το "Νέο Κύμα", κάτι στο οποίο συνέβαλλαν καθοριστικά και ορισμένες δικές του συνθέσεις με πιο γνωστή το "Θα 'θελα να 'χα". Την ίδια περίοδο, εμφανίστηκε για πρώτη φορά και στον κινηματογράφο και, πιο συγκεκριμένα, σε ταινίες όπως "Οι στιγματισμένοι" (1966), με τον Γιώργο Φούντα και τη Μάρω Κοντού, όπου έκανε σεκόντο στο "Πολύ αργά" της Ελένης Κλάδη, και "Ο τετραπέρατος" (1966), με τον Κώστα Χατζηχρήστο, όπου ερμήνευσε το τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού με τίτλο "Στον Πειραιά, στον Πειραιά". Το 1967 συμμετείχε για πρώτη φορά σε ταινία της Φίνος Φιλμ και πιο συγκεκριμένα στο "Εκείνος κι εκείνη" του Ερρίκου Ανδρέου, με πρωταγωνιστές τη Τζένη Καρέζη και τον Φαίδωνα Γεωργίτση, όπου ακούγεται να τραγουδάει τη σύνθεση του Γιάννη Μαρκόπουλου με τίτλο "Ξεγυμνώστε τα σπαθιά".

Το 1966 είναι, επίσης, η χρόνια που ο Πουλόπουλος ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα, ερμηνεύοντας τα τραγούδια "Έκλαψα χθες" και "Απόψε κάποιος θα χαθεί" για τις ανάγκες του μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη με τίτλο "Οι θαλασσιές οι χάντρες" (1967) και έγιναν τεράστιες επιτυχίες. Ακολούθως, εμφανίστηκε σε πολλές ακόμα κινηματογραφικές ταινίες όπου ερμήνευσε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας του και σύντομα καθιερώθηκε στη συνείδηση του κόσμου ως ο ρομαντικός τραγουδιστής με την κιθάρα και τα κλειστά μάτια. Μερικές από τις ταινίες στις οποίες εμφανίστηκε είναι: "Κάτι κουρασμένα παλικάρια" (1967), "Μια κυρία στα μπουζούκια" (1968), "Ο ψεύτης" (1968), "Γοργόνες και Μάγκες" (1968), "Ο μικρός δραπέτης" (1968), "Η Παριζιάνα" (1969), "Η ωραία του κουρέα" (1969), "Η θεία μου η χίπισσα" (1970), "Ο κατεργάρης" (1971), κ.ά.

"Ο Δρόμος"

Μέσα από τη συνεργασία του Γιάννη Πουλόπουλου με τον Μίμη Πλέσσα προέκυψαν πολλές διαχρονικές επιτυχίες ("Μη του μιλάτε του παιδιού", "Απόψε κλαίει ο ουρανός", "Καμαρούλα μια σταλιά", "Θα πιώ απόψε το φεγγάρι", "Όλα δικά σου", "Ποια νύχτα σ' έκλεψε", κλπ.) που ακούγονται ανελλιπώς μέχρι και σήμερα, οι οποίες καθιέρωσαν τον Πουλόπουλο στη πρώτη γραμμή του ελληνικού πενταγράμμου. Αποκορύφωμα, βέβαια, της συνεργασίας τους αποτέλεσε ο "Δρόμος". "Ο Δρόμος" του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1969 με βασικό ερμηνευτή τον Γιάννη Πουλόπουλο, ο οποίος σφράγισε με τις ερμηνείες τους τα δέκα από τα δώδεκα τραγούδια του δίσκου, το ένα εξ αυτών σε ντουέτο με την Πόπη Αστεριάδη. Τα υπόλοιπα δύο τραγούδια του δίσκου ερμήνευσε η πρωτοεμφανιζόμενη τότε Ρένα Κουμιώτη. Η επιτυχία του "Δρόμου" ήταν τόσο μεγάλη που, παρά την απαγόρευση μετάδοσής του στο ραδιόφωνο, έγινε αμέσως ο πρώτος χρυσός δίσκος της ελληνικής δισκογραφίας και, μάλιστα, μεταφέρθηκε και στο θέατρο μέσω της ομώνυμης παράστασης του 1970, η οποία ανέβηκε στο θέατρο "Κατίνα Παξινού" και στην οποία τραγουδούσαν οι δύο κύριοι ερμηνευτές του δίσκου. Η εν λόγω παράσταση, παρά τη μεγάλη επιτυχία που γνώρισε, λογοκρίθηκε από τη Χούντα και σύντομα κατέβηκε. Αφορμή για την εξέλιξη αυτή αποτέλεσαν τα τραγούδια "Μίλα μου για τη λευτεριά" και "Έξι άντρες" που ερμήνευαν, πέραν των τραγουδιών του "Δρόμου", η Κουμιώτη και ο Πουλόπουλος αντίστοιχα, τα οποία κρίθηκαν από το καθεστώς των Συνταγματαρχών ως αντιστασιακά. Έκτοτε ο "Δρόμος" έχει σπάσει κάθε ρεκόρ πωλήσεων, ξεπερνώντας τα 3.000.000 αντίτυπα, με αποτέλεσμα να θεωρείται μακράν ο εμπορικότερος δίσκος της ελληνικής δισκογραφίας. Χαρακτηριστικό της ανεπανάληπτης επιτυχίας του δίσκου αποτελεί το γεγονός πως και τα δώδεκα τραγούδια του έγιναν τεράστιες επιτυχίες, οι οποίες ακούγονται ανελλιπώς μέχρι και σήμερα.

Μετά τον "Δρόμο"

Μετά την ανεπανάληπτη επιτυχία του "Δρόμου", η καριέρα του Πουλόπουλου απογειώθηκε με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί ως ο "χρυσός ερμηνευτής" και να γίνει το μεγαλύτερο όνομα του ελληνικού τραγουδιού, όπως δείχνει και μία δημοσκόπηση περιοδικού της εποχής, σχετική με τη δημοσιότητα και την απήχηση των τραγουδιστών, η οποία δημοσιεύτηκε το 1970 και στην οποία κατατάχθηκε πρώτος ανάμεσα σε πολλά άλλα μεγάλα ονόματα. Ενώ άλλες δισκογραφικές εταιρείες προσπαθούσαν να τον προσελκύσουν και παρά το γεγονός πως είχε δεχτεί ακόμα και προτάσεις για καριέρα στο εξωτερικό, ο Αλέκος Πατσιφάς κατάφερνε να κρατήσει τον Πουλόπουλο στη LYRA, βάζοντάς τον να ηχογραφεί συνεχώς τραγούδια, μιας και γνώριζε την επιθυμία του τραγουδιστή να βρίσκεται διαρκώς στο στούντιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 1969–1971 ο Πουλόπουλος συμμετείχε σε δέκα δίσκους 33 στροφών και σε αρκετούς δίσκους 45 στροφών. Πιο συγκεκριμένα, το 1969, πέραν του "Δρόμου", συμμετείχε στις "Ώρες" του Λίνου Κόκοτου, ερμηνεύοντας υποδειγματικά τρία πολύ σπουδαία τραγούδια του συνθέτη με πιο γνωστό το "Γειτονάκι μου", και συνεργάστηκε με τον Γιάννη Γλέζο, ερμηνεύοντας με μεγάλη επιτυχία δέκα μελοποιημένα ποιήματα του Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα. Το 1970, πέραν του ότι κυκλοφόρησε ο τέταρτος προσωπικός του δίσκος, συμμετείχε, επίσης, στη "Γύφτισσα μέρα" των Γιώργου Κοντογιώργου και Άκου Δασκαλόπουλου, καθώς και στις "Μέρες του καλοκαιριού" των Μίμη Πλέσσα και Λευτέρη Παπαδόπουλου, από όπου ξεχώρισε αμέσως το "Ποια νύχτα σ' έκλεψε". Επιπλέον, την ίδια χρονιά υποδύθηκε τον Πανάρετο στην μελοποιημένη από τον Νίκο Μαμαγκάκη "Ερωφίλη" του Γεώργιου Χορτάτση. Το 1971, συμμετείχε σε τρεις ακόμα δίσκους με σημαντικότερο εξ αυτών το "Εμιλιάνο Ζαπάτα" σε μουσική Γιάννη Γλέζου και ποίηση του νομπελίστα Χιλιανού ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Όταν, σε συνέντευξή του, το 1987, ρωτήθηκε αν έχει κάνει λάθη στην καριέρα του, ανέφερε την έκδοση αυτών των δέκα δίσκων που κυκλοφόρησαν μέσα σε μόλις δύο χρόνια, υπογραμμίζοντας όμως ότι περιέχουν μερικά από τα πιο κλασσικά, όπως τα χαρακτήρισε, τραγούδια του.

Το 1972, κυνηγήθηκε από το καθεστώς της Χούντας με αφορμή το τραγούδι "Πάμε για ύπνο Κατερίνα", το οποίο κρίθηκε αντιστασιακό. Προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψή του, ο Πουλόπουλος κατέφυγε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Την ίδια χρονιά, συμμετείχε στον πολύ σημαντικό δίσκο του Νίκου Μαμαγκάκη με τίτλο "11 λαϊκά τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου", όπου, μεταξύ άλλων, ερμήνευσε υποδειγματικά το περιβόητο "Άιντε και ντε", το οποίο, κατά ομολογία του, αποτελεί το πιο δύσκολο τραγούδι που ερμήνευσε ποτέ του, ενώ την επόμενη χρονιά συνεργάστηκε με τον πολύ καλό του φίλο, Γιώργο Ζαμπέτα, στο "Λαϊκό Μουσικόραμα". Το 1973 συμμετείχε, επίσης, στον δίσκο "Θάλασσα πικροθάλασσα", έναν κύκλο τραγουδιών σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους Κώστα Βίρβου με κύριο θέμα τη θάλασσα. Μετά την πτώση της Χούντας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το καλοκαίρι του 1974, κυκλοφόρησε ο δίσκος "Μίλα μου για τη λευτεριά" του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ο οποίος είχε ηχογραφηθεί ήδη από το 1970, αλλά η κυκλοφορία του είχε απαγορευτεί από τη Χούντα. Στον δίσκο αυτό συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα δύο τραγούδια του θεατρικού "Δρόμου" ("Μίλα μου για τη λευτεριά" και "Έξι άντρες") που είχαν λογοκριθεί τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Την ίδια χρονιά, κυκλοφόρησαν, επίσης, σε δίσκο 33 στροφών τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη που είχε επανεκτελέσει ο Πουλόπουλος στη LYRA μια δεκαετία νωρίτερα.

Ο Πουλόπουλος στη MINOS

Το 1975, ο Πουλόπουλος ολοκλήρωσε τη 11ετή συνεργασία του με τη LYRA, κυκλοφορώντας τα "12 Ρεμπέτικα" σε ενορχήστρωση Γιώργου Κατσαρού και αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο πως μπορούσε να κινηθεί με ιδιαίτερη άνεση σε όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού. Κατόπιν μεταπήδησε στην ακμάζουσα εκείνη την περίοδο MINOS. Τα "Τραγούδια της ξενιτιάς" του 1976 σε μουσική Γιώργου Κατσαρού και στίχους Δημήτρη Ιατρόπουλου αποτέλεσαν την πρώτη κυκλοφορία του μεγάλου ερμηνευτή στη νέα δισκογραφική του στέγη και σε μεγάλο βαθμό πέρασαν απαρατήρητα. Ωστόσο, την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε ο δίσκος "Αγάπα με" και αμέσως γνώρισε τεράστια επιτυχία, ιδίως μέσα από την ομώνυμη διασκευή του "Abrazame" του Julio Iglesias. Η επιτυχία του "Αγάπα με" αποτέλεσε το έναυσμα για μια στροφή στην καριέρα του Πουλόπουλου, ο οποίος στο υπόλοιπο της δεκαετίας του '70 και στις αρχές της δεκαετίας του '80 κυκλοφόρησε μια σειρά από εμπορικά επιτυχημένους ελαφρολαϊκούς δίσκους που περιείχαν διασκευασμένες ξένες επιτυχίες, οι οποίες, ωστόσο, δεν έτυχαν απήχησης αντίστοιχης του "Αγάπα με". Το 1982, ο Πουλόπουλος έκανε μια αναδρομή στο παρελθόν και την εποχή των μπουάτ με τον δίσκο "Μια φορά θυμάμαι", επανεκτελώντας με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο μια σειρά σπουδαίων τραγουδιών εκείνης της περιόδου. Το 1985, κυκλοφόρησαν οι "Χάρτινες καρδιές", η πρώτη και μοναδική ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά του μεγάλου ερμηνευτή με τον επί χρόνια συνεργάτη του, Γιάννη Σπανό, ενώ την επόμενη χρονιά ο Πουλόπουλος συναντήθηκε μετά από πολλά χρόνια δισκογραφικά με τον Μίμη Πλέσσα στον δίσκο με τίτλο "Στα μεγάλα ταξίδια". Το 1988, ο Πουλόπουλος κυκλοφόρησε το "Όπου πας θα πάω", δίσκο με τον οποίο πειραματίστηκε με τον ηλεκτρονικό ήχο της εποχής, ενώ σε ανάλογη κατεύθυνση κινήθηκε την επόμενη χρονιά και ο διπλός δίσκος "Μια ζωή τραγούδια", ο τελευταίος του στη MINOS, στον οποίο ο ερμηνευτής προσπάθησε να "εκμοντερνίσει" μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες που είχε αρχικά ηχογραφήσει στη LYRA. Στα 13 χρόνια παραμονής του Πουλόπουλου στο ενεργητικό της MINOS του απονεμήθηκαν 11 χρυσοί δίσκοι, κάποιοι εκ των οποίων έγιναν στη συνέχεια και πλατινένιοι.

Ο Πουλόπουλος εκτός δισκογραφίας

Το 1990, ο Πουλόπουλος εντάχθηκε στο ενεργητικό της Polygram και από εκεί κυκλοφόρησε δύο προσωπικούς δίσκους το 1991 και το 1992 αντίστοιχα. Μετά από μια πενταετή περίοδο οικειοθελούς αποχής από την δισκογραφία, κατά τη διάρκεια της οποίας συνέχισε να εμφανίζεται σε μεγάλα κέντρα, ο Πουλόπουλος επέστρεψε μετά από 22 χρόνια στη LYRA με τον δίσκο "Του τραγουδιού το βλέμμα", ο οποίος κυκλοφόρησε το 1997 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Στον εν λόγω δίσκο ο Πουλόπουλος επανεκτέλεσε δύο παλαιότερες συνθέσεις του, τα "Πάλι απόψε μεθυσμένος" και "Αφού μου 'φυγες εσύ", τραγούδια τα οποία είχαν αρχικά ακουστεί σε δύο ερωτικές ταινίες του Όμηρου Ευστρατιάδη στις αρχές της δεκαετίας του '70, χωρίς, όμως, ποτέ να δισκογραφηθούν. Επίσης, με αφορμή το συγκεκριμένο δίσκο, μετά από χρόνια έντονης αντίθεσης, γύρισε και τα πρώτα του βίντεο κλιπ για τα τραγούδια "Θα 'ρθω ξανά" και "Της είπα πόσα". Το 1998, κυκλοφόρησε η μοναδική δισκογραφημένη ζωντανή ηχογράφηση του Πουλόπουλου με υλικό από τις τότε εμφανίσεις του στην Πύλη Αξιού με τίτλο "Ζωντανή επαφή". Το 1999, κυκλοφόρησε ο τελευταίος του προσωπικός δίσκος με τίτλο "Στα όνειρά μου περπατώ", με τον οποίο ο μεγάλος ερμηνευτής αποφάσισε να απομακρυνθεί οριστικά από τα μουσικά δρώμενα, βάζοντας τέλος τόσο στις ζωντανές εμφανίσεις όσο και στη δισκογραφική του πορεία, καθώς, όπως είχε δηλώσει επανειλημμένα σε συνεντεύξεις του, αφενός το τραγούδι και η νύχτα είχαν πια ευτελιστεί και αφετέρου ήθελε να αποχωρήσει από το τραγούδι "ως στρατηγός και όχι ως λοχίας".     

Προσωπική ζωή

Ο Γιάννης Πουλόπουλος σπάνια έδινε συνεντεύξεις και καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του προσπαθούσε να διατηρεί την προσωπική του ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Το 1983 γνώρισε τη μέλλουσα γυναίκα του, Μπέττυ Κοκκινάκη, με την οποία παντρεύτηκε το 1985 και στις 15 Μαΐου 1991 απέκτησαν μια κόρη, την Αλεξάνδρα (Άντα). Στα χρόνια που ακολούθησαν την απομάκρυνσή του από το τραγούδι ζούσε με την οικογένειά του στη Βούλα και αργότερα στη Νέα Κηφισιά και απείχε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, από κάθε είδους δημόσιες εμφανίσεις.

Άλλες πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες

Πέραν της πορείας του στο πεντάγραμμο, ο Πουλόπουλος είχε κυκλοφορήσει και δύο ποιητικές συλλογές, το "Τετράδιο" (1971) και το "Ταξίδι στο κέντρο της νύχτας" (1983), και είχε, επίσης, ασχοληθεί με τη ζωγραφική και τη χαλκογραφία, έχοντας αποκτήσει μερικές σχετικές γνώσεις από τον φίλο του, τραγουδιστή και ζωγράφο, Σταύρο Πασπαράκη. Επιπλέον, υπήρξε ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου "Ουράνιο Τόξο" στην Άνοιξη Αττικής.

Υγεία - Θάνατος

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας με κυριότερο το γλαύκωμα, το οποίο του είχε στερήσει μεγάλο μέρος της όρασής του, ενώ το 2017 είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αγγειοπλαστικής εξαιτίας καρδιολογικού προβλήματος που του είχε παρουσιαστεί.   

Ο Γιάννης Πουλόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 23 Αυγούστου 2020 σε ηλικία 79 ετών, όταν τον πρόδωσε η καρδιά του κατά τη διάρκεια νοσηλείας του στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου "Αττικόν" εξαιτίας ενός πνευμονολογικού προβλήματος που αντιμετώπιζε, και κηδεύτηκε στο Δημοτικό Κοιμητήριο Κηφισιάς.  


Παραπομπές

  1. www.ert.gr/eidiseis/ellada/kinonia/efyge-apo-ti-zoi-o-giannis-poylopoylos/.
  2. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2015.