Ρωμαϊκά νομίσματα της Δημοκρατίας

Τα Ρωμαϊκά νομίσματα της περιόδου της Δημοκρατίας αναφέρονται στα νομίσματα, που κόπηκαν από τους διάφορους αξιωματούχους της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, για να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο χρήμα. Στη σύγχρονη εποχή η συντομογραφία RRC (Roman Republican Coinage), αρχικά το όνομα ενός έργου αναφοράς για το θέμα από τον Mάικλ Χ. Κρώφορντ, χρησιμοποιείται ως ετικέτα αναγνώρισης για νομίσματα, στα οποία έχει αποδοθεί αριθμός σε αυτό το έργο, π.χ. RRC 367.

Τα νομίσματα ήρθαν αργά στη Δημοκρατία σε σύγκριση με την υπόλοιπη Μεσόγειο, ιδιαίτερα την Ελλάδα και τη Μ. Ασία, όπου τα νομίσματα είχαν επινοηθεί τον 7ο αι. π.Χ. Το νόμισμα της κεντρικής Ιταλίας επηρεάστηκε από τους φυσικούς πόρους της: ο μπρούντζος ήταν άφθονος (οι Ετρούσκοι ήταν διάσημοι εργάτες μετάλλου στον χαλκό και τον σίδηρο), αλλά το αργυρό μετάλλευμα ήταν σπάνιο. Η νομισματοκοπία της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας ξεκίνησε με μερικά αργυρά νομίσματα, που προφανώς επινοήθηκαν για το εμπόριο με τις ελληνικές αποικίες στη Νότια Ιταλία και βαριά χυτά χάλκινα, τραχειά κομμάτια για χρήση στην Κεντρική Ιταλία.

Κατά τον Β΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο δημιουργήθηκε ένα ευέλικτο σύστημα νομισμάτων σε μπρούτζο, άργυρο και (περιστασιακά) σε χρυσό. Σε αυτό το σύστημα κυριαρχούσε το αργυρό δηνάριο, μια ονομαστική αξία που παρέμεινε σε κυκλοφορία για 450 χρόνια. Τα νομίσματα της Δημοκρατίας (ιδιαίτερα τα δηνάρια) παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι παράγονται από χρηματιστές «αξιωματούχους νομισματοκοπείων», κατώτερους αξιωματούχους που επέλεγαν τα σχέδια και τις επιγραφές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή νομισμάτων, που διαφήμιζαν τις οικογένειες των αξιωματούχων για πολιτικούς σκοπούς. Τα περισσότερα από τα μηνύματα σε αυτά τα νομίσματα μπορούν να γίνουν κατανοητά σήμερα.

Πριν την κοπή νομισμάτωνΕπεξεργασία

Πριν από την εισαγωγή της νομισματοκοπίας στην Ιταλία, οι δύο σημαντικές μορφές αξίας στην οικονομία ήταν το pecus (πρόβατο), από το οποίο πιστεύεται ότι προήλθε η λατινική λέξη για το 'χρήμα (pecunia) και τα ακανόνιστου σχήματος κομμάτια μπρούτζου, γνωστά ως χάλκινα ακατέργαστα (aes rude, μπρούτζος ακατέργαστος), που έπρεπε να ζυγίζονται για κάθε συναλλαγή. Δεν είναι σαφές, πότε τα χρήματα άρχισαν να χρησιμοποιούνται, αλλά η ρωμαϊκή παράδοση κατέγραψε, ότι η αμοιβή του στρατού ξεκίνησε κατά την πολιορκία των Βηίων (Veii) το 406 π.Χ. και φαίνεται ότι το χάλκινο ακατέργαστο ήταν το νόμισμα πολύ πριν από αυτό. Προς τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. ο μπρούντζος άρχισε να χυτεύεται σε επίπεδες ράβδους, που είναι γνωστές σήμερα, χωρίς καμία ιστορική τεκμηρίωση, ως σφραγισμένος μπρούτζος (aes signatum). Αυτές οι ράβδοι ήταν πολύ βαριές, διαφορετικών βαρών, γενικά της τάξης των πέντε ρωμαϊκών λιβρών, και συνήθως είχαν σχέδιο στη μία πλευρά, και αργότερα και στις δύο πλευρές. Η πραγματική λειτουργία του σφραγισμένου μπρούτζου έχει ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως: αν και ήταν μια μορφή συναλλαγής, δεν ήταν νομίσματα, αφού δεν τηρούσαν ένα πρότυπο βάρους. Η Ρώμη παρήγαγε τα δικά της κομμάτια σφραγισμένου μπρούτζου γύρω στο 300 π.Χ., τα οποία διακρίνονται από την επιγραφή "ROMANOM" (των Ρωμαίων) και η παραγωγή συνεχίστηκε περίπου ως το τέλος του Α΄ Καρχηδονιακού πολέμου το 240 π.Χ., [1] επικαλύπτοντας ορισμένες από τις εξελίξεις που περιγράφονται παρακάτω.

Χυτό χάλκινο νόμισμαΕπεξεργασία

 
Χάλκινο βαρύ ασάριο. Εμπρός όψη: Ο γενειοφόρος Ιανός, όλο επάνω σε δίσκο. Οπίσθια όψη: Πλώρη γαλέρας και Ι (ένα), όλο επάνω σε δίσκο. 259,33 γραμ., RRC 35/1.

Σύμφωνα με τον Πομπόνιο, έναν δικηγόρο που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ., η ομάδα των τριών ανδρών νομισματοκοπείου tresviri monetales ιδρύθηκε το 289 π.Χ., αλλά αυτή η ημερομηνία φαίνεται να είναι πολύ νωρίς και αν δεν θεσπίστηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου, ο σχηματισμός ενός επίσημου συλλόγου μπορεί να μην συνέβη παρά λίγο μετά το 200 π.Χ. Τα τρία μέλη αυτής της επιτροπής ήταν επίσημα γνωστά ως "tres Viri Aere Argento Auro Flando Feriundo" ("οι τρεις άνδρες που ήταν υπεύθυνοι για του μπρούντζου, του ασημιού και του χρυσού τη χύτευση και το χτύπημα"), ένας μακροσκελής τίτλος που σχεδόν πάντα συντομευόταν σε "III VAAAFF». Ο Ιούλιος Καίσαρας ανέβασε για λίγο τον αριθμό τους σε τέσσερις.

Σύμφωνα με τον Σουίδα, το νομισματοκοπείο βρισκόταν στον (ή τουλάχιστον κοντά στον) ναό της Ήρας Μονέτας (Juno Moneta) στον Καπιτωλίνο λόφο. Εκείνη την εποχή η Ρώμη ήταν εξοικειωμένη με τη νομισματοκοπία, καθώς η τεχνική είχε εισαχθεί στην Ιταλία στις Ελληνικές αποικίες του Μεταπόντου, του Κρότωνα και της Σύβαρης πριν από το 500 π.Χ. και της Νεάπολης περίπου το 450 π.Χ. [2] Η Ρώμη είχε κατακτήσει ένα μεγάλο μέρος της κεντρικής Ιταλίας, το οποίο της έδωσε μεγάλες ποσότητες χαλκού, αλλά λίγο άργυρο.

Εισήχθη ένα σύστημα βαρέως, χυτού, μολυβδούχου, χάλκινου νομίσματος. Αυτά τα νομίσματα είναι γνωστά ως χάλκινα βαριά (aes grave, μπρούντζος βαρύς) από τους νομισματολόγους. Στυλιστικά τα νομίσματα ήταν ευδιάκριτα ρωμαϊκά και, λόγω του μεγέθους τους και της χύτευσής τους αντί της κοπής, ήταν τραχιά σε σύγκριση με τα νομίσματα σε άλλα μέρη γύρω από τη Μεσόγειο εκείνη την εποχή. Το τυπικό νόμισμα ήταν το ασσάριο (as) η λέξη as αναφέρεται σε ένα νόμισμα και επίσης σε μια μονάδα βάρους -στην πραγματικότητα, as θα μπορούσε επίσης να σημαίνει οποιαδήποτε μονάδα– μήκους, εμβαδού και μερικές φορές μόνο τον αριθμό ένα. [3]

Το χάλκινο νόμισμα ήταν αρχικά ένα περισσότερο ή λιγότερο νόμισμα πλήρους αξίας και όχι συμβολικό νόμισμα, με βάση το «πρότυπο της λίβρας»: το ασάριο ζύγιζε μια ρωμαϊκή λίβρα ( liba) με υποδιαίρεση τη ρωμαϊκή ουγγιά (uncia), με 12 ουγγιές σε 1 λίβρα. Η ουγγιά ήταν επομένως ένα βάρος και ένα νόμισμα του ίδιου βάρους. Αυτό άλλαξε, όταν το βάρος του χάλκινου βαρέως μειώθηκε σε περίπου 10 ουγγιές περί το 270 π.Χ. (το "ελαφρύ πρότυπο της λίβρας", παρέμεινε σε αυτό το επίπεδο μέχρι το 225 π.Χ. και μετά ξαφνικά σε 5 ουγγιές (το "πρότυπο της μισής λίβρας") περί την έναρξη του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου το 218 π.Χ. Τελικά έπεσε σε 1,5–1 ουγγιά γύρω στο 211 π.Χ. [4]

Εκτός από το ασάριο και τα κλάσματά του παρήχθησαν και πολλαπλάσια του as. Τα κλάσματα ήταν πολύ πιο κοινά από τα ασάρια και τα πολλαπλάσιά τους κατά την περίοδο των χάλκινων βαρέων. [5] Μέχρι την εποχή του προτύπου της μισής λίβρας, οι μικρότερες ονομαστικές αξίες όπως η ουγγιά και η μισή ουγγιά (semiuncia) είχαν γίνει με χτύπημα (πεστά νομίσματα) και όχι χυτά. Μια ποικιλία από λιγότερο κοινές ονομασίες κόπηκαν με την πάροδο του χρόνου. Παραθέτουμε αυτά που αναφέρει ο Κρώφορντ (1974).

Αξίες μπρούτζινων (Κρώφορντ, 1974)
Νόμισμα Ένδειξη Πρώτο δείγμα Έτος κοπής Αξία/βάρος (σε ασάρια) Αξία/βάρος (σε ουγγιές)
Decussis (δέκα ασάρια) X RRC 41/1 215–212 π.Χ. 10 120
Quincussis (πέντε ασάρια) V RRC 41/2 215–212 π.Χ. 5 60
Tressis (τρία ασάρια) III RRC 41/3 215–212 π.Χ. 3 36
Dupondius (διπλό ασάριο) II RRC 41/4 215–212 π.Χ. 2 24
as (ασσάριο) I RRC 14/1 280–276 π.Χ. 1 12
Dextans (δέκα ουγγιές) S𐆐𐆐 RRC 97/23 211–208 π.Χ. 5/6 10
Dodrans S𐆐𐆑 RRC 266/2 126 π.Χ. 3/4 9
Bes S𐆐 RRC 266/3 126 π.Χ. 2/3 8
Semis (ήμισυ ασάριου) S RRC 14/2 280–276 π.Χ. 1/2 6
Quincunx (πέντε ουγγιές) 𐆐𐆐𐆑 RRC 97/11 211–208 π.Χ. 5/12 5
Triens (1/3 ασάριου) 𐆐𐆐 RRC 14/3 280–276 π.Χ. 1/3 4
Quadrans (1/4 ασάριου) 𐆐𐆑 RRC 14/4 280–276 π.Χ. 1/4 3
Sextans (1/6 ασάριου) 𐆐 RRC 14/5 280–276 π.Χ. 1/6 2
Uncia (ουγγιά) 𐆑 RRC 14/6 280–276 π.Χ. 1/12 1
Semuncia (ήμισυ ουγγιάς) 𐆒 RRC 14/7 280–276 π.Χ. 1/24 1/2
Quartuncia (1/4 ουγγιάς) 𐅀 RRC 38/8 217–215 π.Χ. 1/48 1/4

Εισαγωγή της ελληνικής κοπής αργυρών νομισμάτωνΕπεξεργασία

 
Από τα πρώτα αργυρά ρωμαϊκά νομίσματα: Κεφάλι του Mars (Άρη) με κορινθιακό κράνος. 275-270 π.Χ. 6,95 γραμ. Νομισματοκοπείο Μεγάλης Ελλάδας.
 
Κεφάλι αλόγου, με στάχυ πίσω του. 281 π.Χ. RRC 13/1. 275-270 π.Χ. 6,95 γραμ. Νομισματοκοπείο Μεγάλης Ελλάδας.
 
Το πρώτο αργυρό ρωμαϊκό νόμισμα: Λύκαινα θηλάζει δίδυμα. επιγρ.: ROMANOM. 269 π.Χ. RCC 20/1. Δίδραχμο 6,44 γραμ.

Η Ρώμη ξεκίνησε πόλεμο κατά του Τάραντα το 281 π.Χ. Οι Ταραντίνοι ζήτησαν την υποστήριξη του Πύρρου της Ηπείρου. Σε αυτό το πλαίσιο η Ρώμη παρήγαγε το πρώτο της, ελληνικής τεχνοτροπίας, αργυρό δίδραχμο (RRC 13/1) με το κεφάλι του Άρη να φορά κορινθιακό κράνος στη μία πλευρά και το κεφάλι αλόγου με την επιγραφή ROMANOΜ (φθαρμένο στο παράδειγμα φαίνεται) και ένα στάχυ πίσω. Αυτή η νομισματοκοπία μπορεί να προϋπήρχε του χάλκινου βαρέως που συζητήθηκε παραπάνω, αλλά κόπηκε και χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Μεγάλη Ελλάδα (Magna Graecia) και την Καμπανία. Ήταν σαφώς μέρος μιας ευρύτερης τάσης. Η πληρωμή των ρωμαϊκών και των συμμάχων στρατευμάτων που πολέμησαν στον Πύρρειο Πόλεμο, φαίνεται ότι ήταν κρίσιμη για τη διάδοση της χρήσης νομισμάτων ελληνικού τύπου σε όλες τις περιοχές νότια των Απεννίνων της Ιταλίας. [6] Αυτό το δίδραχμο θεωρείται σήμερα ότι κόπηκε στη Νεάπολη επειδή κόπηκε στο πρότυπο βάρους αυτής (7,3 γραμ.), και όχι σε αυτό του Mεταπόντιου, του Tάραντα και άλλων πόλεων της Νότιας Ιταλίας (που ήταν 7,9 γραμ. στην αρχή του πολέμου, αλλά έπεσε σε 6,6 γραμ. κατά τη διάρκεια της πορείας του). [7] Αυτό το νόμισμα εθεωρείτο παλαιότερα ότι είχε κοπεί στο Μεταπόντιο, επειδή το στάχυ είναι ο πιο κοινός τύπος στα νομίσματα του Μεταπόντιου και το κεφάλι του Άρη μοιάζει πολύ με το κεφάλι του Λεύκιππου (τοπικός ήρωας, ο Μεσσήνιος βασιλιάς που ίδρυσε ξανά το Μεταπόντιο, όχι ο φιλόσοφος), σε παλαιότερο νόμισμα που παρήχθη εκεί. [8]

Το σύστημα του δηναρίουΕπεξεργασία

Όπως εισήχθηΕπεξεργασία

 
Σηστέτιος ανωνύμου. Ρώμη 211 π.Χ. RRC 44/7. Κεφάλι Ρώμης, επιγρ.: IIS / Διόσκουροι ιππεύουν με κεκλιμένα τα δόρατά τους, με πίσω την κάπα τους. Ένα άστρο επάνω από το κεφάλι του καθενός.

Το δηνάριο (denarius), το οποίο έγινε το κύριο αργυρό νόμισμα της Ρώμης για περισσότερους από τέσσερις αιώνες, εισήχθη το 211 π.Χ. ή λίγα χρόνια νωρίτερα, και παρήχθη σε τεράστια ποσότητα από τον άργυρο, που αιχμαλωτίστηκε στην πολιορκία των Συρακουσών. Το δηνάριο (RRC 44/5), αποτιμάται σε 10 ασάρια (asses), όπως υποδεικνύεται από το σήμα X επάνω του και ζυγίζει περίπου 4,5 γραμ. (1 ρωμαϊκή λίβρα = 72 ασάρια), και εισήχθη ως μέρος μιας σύνθετης πολυμεταλλικής νομισματοκοπίας. Επίσης αργυρό ήταν το μισό δηνάριο, ο quinarius (RRC 44/6, δηλ. 5 ασάρια, με ένδειξη V) και το τέταρτο του δηναρίου, ο σηστέρτιος (sestertius) (RRC 44/7, δηλ. 2,5 ασάρια, με την ένδειξη δύο και ήμισυ, I I S[emis] που υπάρχει στα αριστερά). Όλα φέρουν στον εμπροσθότυπο ένα κεφάλι της Ρώμης και στον οπισθότυπο τους Διοσκούρους να ιππεύουν με τις κάπες τους πίσω και τα ακόντιά τους μπροστά (αναφορά στην υποτιθέμενη βοήθειά τους στη Ρώμη στη μάχη της λίμνης Ρέγιλος).

Τα χάλκινα ασάρια και τα κλάσματά τους (όλα τώρα πεστά [χτυπημένα], παρά χυτά) συνέχισαν να παράγονται σε ένα πρότυπο περίπου 55 γραμ. Αυτό μειώθηκε πολύ γρήγορα σε ένα πρότυπο μίας ουγγιάς και τελικά σε ένα πρότυπο ουδέτερο περίπου 32 γραμ. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, τα ασάρια ξεπερνούσαν αριθμητικά τα κλάσματά τους, ίσως επειδή η αμοιβή των λεγεωνάριων αυξήθηκε σε σημείο που το ασάριο (as) θα μπορούσε να γίνει η κύρια μονάδα. [9]

Σε χρυσό υπήρχαν τρία κομμάτια αξίας 60 ασαρίων (RRC 44/2, με σήμανση ↆX, LX), 40 ασάρια (RRC 44/3, με ένδειξη XXXX) και 20 ασάρια (RRC 44/4, με ένδειξη XX). Όλα έδειχναν ένα κεφάλι του Άρη στον εμπροσθότυπο και έναν αετό με ανοιχτά φτερά να στέκεται επάνω σε έναν κεραυνό στο πίσω μέρος. [10] Ο αετός θυμίζει κάπως εκείνον, που αποτελούσε σταθερά σύμβολο στην Πτολεμαϊκή νομισματοκοπία από τις αρχές κιόλας του αιώνα, και έχει προταθεί ότι ο Πτολεμαίος Δ΄ Φιλοπάτωρ μπορεί να παρείχε χρυσό γι' αυτές τις κοπές, ώστε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην εμπλοκή του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας στο πλευρό της Καρχηδόνας. [11]

Ο βικτοριάτος (victoriatus, έφερε Νίκη), ένα άλλο αργυρό νόμισμα (RRC 44/1), εισήχθη επίσης σε μεγάλη ποσότητα την ίδια εποχή. Φαίνεται ότι ήταν αρκετά ξεχωριστό από το σύστημα του δηναρίου, καθώς η φασματομετρία φθορισμού ακτίνων Χ έδειξε, ότι αυτά παρήχθησαν με εντελώς διαφορετικό πρότυπο καθαρότητας. Ενώ μια ανάλυση 52 πρώιμων δηναρίων, quinarii και sestertii έδειξε συγκέντρωση αργύρου 96,2 ± 1,09%, οι 19 victoriati από την ίδια περίοδο έχουν εξαιρετικά μεταβλητή καθαρότητα που κυμαίνεται από 72 έως 93%. [12] Τα πρώιμα ευρήματα βικτοριάτων βρίσκονται κυρίως στη Νότια Ιταλία και τη Σικελία και πιστεύεται, ότι οι βικτοριάτοι με βάρος 3/4 του δηναρίου χρησιμοποιούντο για να πληρώνουν μη Ρωμαίους πολίτες, με εμπειρία από το Ελληνικό σύστημα νομισμάτων στη μορφή δραχμής, στην οποία ήταν συνηθισμένοι, αλλά με υποτιμημένα/υπερτιμημένα νομίσματα. Το κουαδριγάτο δίδραχμο (quadrigatus, έφερε τέθριππο), το οποίο είχε ανατιμηθεί σε 15 ασάρια (1,5 δηνάριου), αφαιρέθηκε από την κυκλοφορία σχεδόν αμέσως.

Εξέλιξη: βάρη και λεπτότηταΕπεξεργασία

Τα επόμενα 40 χρόνια, το δηνάριο έχανε σιγά-σιγά βάρος. Ο λόγος γι' αυτό δεν είναι ξεκάθαρος, αλλά τις πρώτες ημέρες μπορεί να ήταν η συνεχιζόμενη πίεση του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου. Στη συνέχεια το ρωμαϊκό κράτος είχε χρέος, που ισοδυναμούσε με 25 χρόνια άμεσης φορολογίας στους Ρωμαίους πολίτες (~1 εκατομμύριο δηνάρια). Αυτό δεν αποπληρώθηκε πλήρως, μέχρι που ο Κόιντος Μάνλιος Βούλσο επέστρεψε με τα λάφυρα της Ασίας μετά τη συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.). [13] Το βάρος άλλαξε επίσημα από 72 δηνάρια σε 1 λίβρα (6 scruples) σε 84 δηνάρια σε 1 λίβρα εκείνη την εποχή και παρέμεινε σχετικά σταθερό στη συνέχεια. [14]

 
Αργυρό δηνάριο των λεγεωναρίων του Μάρκου Αντώνιου. Γαλέρα, επιγρ.: ΑΝΤ. ΑΩΓ. ΙΙΙ VIR R.P.C. / Αετός και δύο λάβαρα λεγεώνας, επιγρ.: LEG III. 3,73 γραμ., 32 π.Χ.
Ημερομηνία Βάρος
211 4,5 γραμ.
206 4,2 γραμ.
190–199 3,9 γραμ.
170–179 3,7 γραμ.

Η περιεκτικότητα σε άργυρο κατά τη διάρκεια των Δημοκρατικών χρόνων παρέμενε πολύ επάνω από 90%, συνήθως πάνω από 95%, με εξαίρεση τη μετέπειτα νομισματοκοπία του Mάρκου Αντώνιου, ειδικά τη μαζική έκδοση των δηναρίων των λεγεωναρίων του 32–31 π.Χ. λίγο πριν από τη ναυμαχία του Ακτίου (ένα παράδειγμα φαίνεται στα δεξιά), και φημολογείται ότι είναι άργυρος από την Αίγυπτο, που δόθηκε από την Κλεοπάτρα Ζ΄. [15]

Εξέλιξη: αργυρά - χάλκινα νομίσματαΕπεξεργασία

 
Δηνάριο 141 π.Χ. RRC 224/1. Kεφάλι Ρώμης, ένδειξη XVI (16 ασάρια), 3,86 γραμ.

Περίπου το 140 π.Χ. (η ακριβής ημερομηνία δεν είναι σαφής) το δηνάριο ισοδυναμούσε με 16 ασάρια, που υποδεικνύεται από τον XVI στην εμπρόσθια όψη του δηναρίου. Αυτό εμφανίζεται πρώτα στο νόμισμα με την ένδειξη L. IULI. (RRC 224/1), που συνήθως χρονολογείται στο 141 π.Χ. Η καθαρή σήμανση με τον αριθμό XVI σύντομα αντικαταστάθηκε ξανά με ένα Χ, αλλά συχνά τώρα με μια οριζόντια γραμμή στο κέντρο, όπως φαίνεται στο δεύτερο νόμισμα της εικόνας (RRC 243/1). Αυτό μερικές φορές ερμηνεύεται ως συμπίλημα του XVI με όλα τα γράμματα σε υπέρθεση. Η εκ νέου επιβολή δασμών πιστεύεται, ότι ήταν αναγνώριση μιας κατάστασης, που είχε αναπτυχθεί λόγω της μείωσης του βάρους του ασαρίου, τόσο λόγω φθοράς των παλαιών ασαρίων, όσο και λόγω της μείωσης από το νομισματοκοπείο του βάρους των νεότερων. Αυτό σήμαινε ότι ο quinarius άξιζε οκτώ ασάρια, και ο σηστέρτιος τέσσερα ασάρια. Η νέα αναλογία δηναρίου προς ασάριο διήρκεσε για εκατοντάδες χρόνια. Την ίδια περίπου εποχή η λογιστική μονάδα άλλαξε από ασάρια σε σηστέρτιους (ΙΙ S). Αυτό μπορεί κάλλιστα να είναι ένας δείκτης του πληθωρισμού. [16]

Ο victoriatus συνέχισε να κυκλοφορεί μέχρι τον 2ο αι. π.Χ. Οι victoriati ήταν αργότερα δημοφιλείς, σε μέρη όπως η Εντεύθεν Γαλατία, όπου κυκλοφορούσαν παράλληλα με τις δραχμές της Μασσαλίας.

Εξέλιξη: χρυσόςΕπεξεργασία

Τα χρυσά νομίσματα (aureii) των 60, 40 και 20 ασαρίων κόπηκαν μόνο για λίγα χρόνια. Ο χρυσός γενικά φαίνεται, ότι αρχικά χρησιμοποιήθηκε μόνο ως έκτακτη κοπή νομισμάτων. Τα χρυσά νομίσματα επανεμφανίστηκαν το 82 π.Χ., όταν ο Σύλλας συγκέντρωνε κεφάλαια για τον πόλεμο κατά του Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Πόντου αμέσως μετά τις οικονομικές πιέσεις του Κοινωνικού Πολέμου. Το νόμισμα του Σύλλα θεωρείται συνήθως το πρώτο, για το οποίο χρησιμοποιήθηκε το όνομα [denarius] aureus. Τα aureii κόπηκαν σε μεγάλους αριθμούς από τον Ιούλιο Καίσαρα ως προετοιμασία για έναν προτεινόμενο πόλεμο κατά της Παρθίας. Η έκδοση του aureus συνέχισε να αυξάνεται μετά την πτώση της Δημοκρατίας.

Νομίσματα και πολιτικά μηνύματαΕπεξεργασία

Τελικά εμφανίστηκε μια νέα οπίσθια όψη, πρώτα η Luna (Σελήνη) οδηγούσε ένα biga (άρμα δύο ίππων) το 194–190 π.Χ., και στη συνέχεια η Victoria (Νίκη) που οδηγούσε ένα άρμα το 157 π.Χ.: πιστεύεται ότι αναφέρεται στην τελική ήττα του Περσέα της Μακεδονίας στη μάχη της Πύδνας από τον Λεύκιο Αιμίλιο Παύλο το 168 π.Χ. [17] Αυτά τα Victory "bigati" έγιναν ο πιο κοινός τύπος δηναρίου. Τα δηνάρια σημειώνοντο με ειδικά σύμβολα (όπως ένα αστέρι ή μια άγκυρα) λίγο μετά την εισαγωγή τους και υπήρχαν στα νομίσματα σύντομα μονογράμματα, που υποδείκνυαν τους τρεις άνδρες του νομισματοκοπείου (tresviri monetales, χρηματιστές του νομισματοκοπείου που συχνά αποκαλούνται νομισματοκοπείς, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την έκδοση). Σε ορισμένες περιπτώσεις τα σύμβολα κάνουν λογοπαίγνιο. Η οπίσθια όψη του νομίσματος που φαίνεται στα αριστερά (RRC 187/1, που δείχνει τη Σελήνη να οδηγεί ένα άρμα) είναι ένα τέτοιο: επάνω από τα άλογα εμφανίζεται ένα κοχύλι και κάτω από τα άλογα τα γράμματα "ΠVR". Το κοχύλι πιστεύεται, ότι είναι ένα όστρακο πορφύρας, που ήταν η πηγή της πορφυρής χρωστικής στην Τύρο (στα λατινικά: purpureo) και αυτό, μαζί με τα γράμματα, θεωρείται ότι αναφέρεται σε έναν Furius Purpureo. [18] Αυτός ο τύπος αναφοράς στους χρηματιστές γινόταν όλο και πιο σαφής και τελικά εξελίχθηκε σε αυτοδιαφήμιση, για να προωθήσει την πολιτική σταδιοδρομία των χρηματιστών.

Οι οικογένειες που είχαν ήδη μέλη στη Σύγκλητο είχαν περισσότερες πιθανότητες να εκλέξουν άλλα μέλη της οικογένειας σε πολιτικά αξιώματα (και έτσι να γίνουν συγκλητικοί). Αυτό ήταν τόσο πιθανό, που μόνο μερικοί ύπατοι νέοι άνδρες (novi homines) είναι γνωστοί στην ιστορία. Συνεπώς, η διαφήμιση σε νομίσματα αφορούσε συχνά την οικογένεια του χρηματιστή. Στο νόμισμα που φαίνεται στα δεξιά (RRC 268/1b), η επιγραφή γύρω από την άκρη δείχνει, ότι χρηματοδότης ήταν ο Numerius Fabius Pictor. Καθισμένος φοράει θώρακα (cuirass), στο αριστερό χέρι κρατά δόρυ και στο δεξί την κορυφή (apex), τον χαρακτηριστικό πίλο που φορούσαν οι ιερείς (flamens). Στο πλευρό του υπάρχει μια ασπίδα με επιγραφή QUIRIN. Από αυτό θεωρείται ότι η καθισμένη μορφή είναι ο Κόιντος Φάβιος Πίκτορ (πιθανώς γιος του Κόιντου Φάβιου Πίκτορ του χρονογράφου) που εξελέγη πραίτορας το 189 π.Χ. και του δόθηκε η επαρχία της Σαρδηνίας με κλήρο (Λίβιος 37.50.8). Ήταν επίσης ο ιερέας του Κουιρίνου (flamen Quirinalis) και εξαιτίας αυτού, ο Πόπλιος Λικίνιος Κράσος μέγιστος αρχιερέας (pontifex maximus) της ημέρας δεν του επέτρεψε να πάρει την πραιτωρία της Σαρδηνίας λόγω των διάφορων απαγορεύσεων γύρω από το πρόσωπο του ιερέα και της ανάγκης του ιερέα να εκτελεί ορισμένες τελετές στη Ρώμη (Λίβιος 37.51.3–7). [19] Η πραιτωρία της Σαρδηνίας ανταλλάχθηκε τόσο με την αστική, όσο και με την έξωθεν πραιτωρία και ο Κόιντος Φάβιος Πίκτορ παρέμεινε στη Ρώμη. [20] [21] Το όλο περιστατικό ήταν μέρος των πολιτικών ελιγμών του Σκιπίωνα Αφρικανού εναντίον των αντιπάλων του, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι Φάβιοι. [22]

Με την πάροδο του χρόνου, η πολιτική της εκάστοτε εποχής γινόταν όλο και πιο ορατή στη νομισματοκοπία. Το 54 π.Χ. η Πρώτη Τριανδρία είχε τον έλεγχο της Ρώμης και ο Πομπήιος ήταν το εξέχον μέλος της. Υπήρχαν φήμες, ότι ο Πομπήιος επρόκειτο να γίνει δικτάτορας. Σε αυτό το πλαίσιο, το νόμισμα στα αριστερά (Crawford 433/2) ήταν ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα: ο χρηματιστής Mάρκος Ιούνιος Βρούτος τοποθέτησε στο νόμισμα δύο μορφές από τη ρωμαϊκή ιστορία, που -όπως ισχυριζόταν- ήταν πρόγονοί του:

  • Ο Λεύκιος Ιούνιος Βρούτος του γένους των Ιουνίων, ο οποίος έγινε ο πρώτος ύπατος της δημοκρατίας της Ρώμης το 509 π.Χ. αφότου έδιωξε τον Λεύκιο Ταρκύνιο Υπερήφανο, τον τελευταίο από τους Ρωμαίους βασιλείς, και
  • Ο Γάιος Σερβίλιος Αχάλα, ο οποίος σκότωσε τον Σπούριο Μαίλιο –έναν ιππέα που έγινε αγαπητός στον πληθυσμό της Ρώμης παρέχοντας δωρεάν σιτηρά κατά τη διάρκεια ενός λιμού– ο οποίος φημολογείτο, ότι προσπαθούσε να επαναφέρει τη βασιλεία το 439 π.Χ. Ο Μάρκος Ι. Βρούτος ήταν επίσης γνωστός ως Κόιντος Σερβίλιος Καίπιο Βρούτος, καθώς είχε υιοθετηθεί στο γένος των Σερβιλίων, από το οποίο καταγόταν από την πλευρά της μητέρας του.

Ενόψει της σιτοδείας το 57 π.Χ. ο Πομπήιος διορίστηκε ειδικός επίτροπος για τον έλεγχο της προμήθειας σιτηρών. Αυτό περιελάμβανε τον έλεγχο όλων των λιμανιών και των εμπορικών κέντρων για πέντε χρόνια. Υπήρχε νωρίτερα αντιπαράθεση μεταξύ τους. Ο Πομπήιος είχε καταπνίξει μια παλαιότερη εξέγερση του Μάρκου Αιμίλιου Λέπιδου, στην οποία είχε εμπλακεί ο πατέρας του Βρούτου. Ο Πομπήιος τον είχε εκτελέσει. Ήταν η αντίθεση του Κάτωνα του Νεότερου, ετεροθαλούς αδελφού του Βρούτου από την πλευρά της υιοθετημένης οικογένειάς του στα αιτήματα του Πομπήιου για γη στους βετεράνους του στον πόλεμο κατά του Μιθραδάτη, που έδωσε στον Πομπήιο το κίνητρο να είναι μέρος της Τριανδρίας. Με το νόμισμα αυτό ο Βρούτος έκανε ξεκάθαρα μια αιχμηρή, αδιάλλακτη δήλωση αντίθεσης στον Πομπήιο και την Τριανδρία, ενώ επαινούσε τους προγόνους του. [23]

 
Αργυρό δηνάριο 3,95 γραμ., Φεβ.-Μάρ. 44 π.Χ. Δαφνοστεφές κεφάλι του Ι. Καίσαρα, με ημισέληνο πίσω, επιγρ.: CAESAR IMP. - M./ Αφροδίτη όρθια, κρατά Νίκη και σκήπτρο, επιγρ.: L. AEMILIUS BUCA (χρηματιστής). RRC 480/4.

Το 44 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας προετοιμαζόταν για πόλεμο με την Παρθία, για να εκδικηθεί την ήττα που προκάλεσαν οι Πάρθοι στον Μ. Λ. Κράσσο στη Μάχη των Καρρών. Για το σκοπό αυτό, μια τεράστια ποικιλία δηναρίων και aureii κόπηκαν σε μεγάλους αριθμούς. Το νόμισμα στα δεξιά είναι του Ιανουαρίου–Φεβρουαρίου 44 π.Χ.: η Αφροδίτη που κρατούσε τη Νίκη και ένα σκήπτρο στην πίσω όψη, ήταν μια αναφορά στην αξίωση του γένους των Ιουλίων να κατάγεται από τον Αινεία και έτσι από τον Αγχίση και τη θεά Αφροδίτη. Αυτό ήταν αβλαβές για τους Ρωμαίους, αλλά η εμπρόσθια όψη που δείχνει τον ίδιο τον Καίσαρα να φορά το χρυσό δάφνινο στεφάνι, που του είχε αποδώσει με ψήφισμα η Σύγκλητος, ήταν μια τεράστια απόκλιση από την παράδοση και βαθιά προσβλητικό. Ενώ το νόμισμα είχε χρησιμοποιηθεί για να δείξει τους προγόνους, αυτή είναι η πρώτη φορά που το κεφάλι ενός ζωντανού Ρωμαίου είχε χαραχτεί σε ρωμαϊκά νομίσματα. Ήταν ευρέως αντιληπτό ως μέρος μιας μεγαλύτερης σειράς κινήσεων του Καίσαρα, για να γίνει βασιλιάς –και οι βασιλείς ήταν αποφευκτέοι στη Ρώμη από την ίδρυση της Δημοκρατίας. Άλλα νομίσματα που κόπηκαν την ίδια εποχή, έφεραν την επιγραφή «DICT[ator] QUART[us]», υποδεικνύοντας ότι ο Καίσαρας ήταν δικτάτορας για τέταρτο συνεχόμενο έτος. Μια μεταγενέστερη έκδοση (RRC 480/10, Φεβρουάριος–Μάρτιος 44 π.Χ.) έφερε την επιγραφή «DICT[ator] PERPET[uus]». Ο Καίσαρας είχε γίνει δικτάτορας ισόβιος. [24] [25] Δολοφονήθηκε, μεταξύ άλλων, από τον Βρούτο, στις ειδούς (15) του Μαρτίου του 44 π.Χ.

Η δολοφονία δεν μπόρεσε να αναβιώσει τη Δημοκρατία. Δύο χρόνια αργότερα, λίγο πριν από τη μάχη των Φιλίππων, ο Βρούτος παρήγαγε ένα νόμισμα (RRC 508/3, μία σύγχρονη πλαστογραφία φαίνεται στα αριστερά) εορτάζοντας την απελευθέρωση της Δημοκρατίας από την τυραννία του Καίσαρα. Η πίσω όψη έδειχνε δύο στιλέτα να πλαισιώνουν έναν σκούφο (έναν πίλο που χρησιμοποιείτο στην τελετή απελευθέρωσης σκλάβων) και την επιγραφή "EID. MAR.". Στον εμπροσθότυπο, ο Βρούτος, ο «ευγενέστερος Ρωμαίος», είχε τοποθετήσει το δικό του κεφάλι. Η Δημοκρατία έζησε ακόμη λίγο, έως ότου ο Οκταβιανός, μικρανιψιός και υιοθετημένος γιος, διάδοχος του Καίσαρα, ανακηρύχθηκε Αύγουστος το 27 π.Χ.

Πηγές αποδεικτικών στοιχείωνΕπεξεργασία

Οι ημερομηνίες σε όλα τα νομίσματα που αναφέρονται παραπάνω, δεν είναι γνωστές με απόλυτη βεβαιότητα. Μερικές φορές συγκεκριμένα νομίσματα μπορούν να συνδεθούν με ένα σαφώς καθορισμένο γεγονός της ιστορίας, π.χ. τα δηνάρια του Καίσαρα "DICT. PERPET." μπορεί να χρονολογηθούν πολύ κοντά στη δολοφονία του, αλλά αυτό συμβαίνει σπάνια. Μεγάλο μέρος της χρονολόγησης των νομισμάτων βασίζεται σε στοιχεία από θησαυρούς νομισμάτων. Ο αποθησαυρισμός νομισμάτων, ειδικά με ταφή, ήταν ένα «σύστημα αποταμίευσης» που χρησιμοποιείτο συχνά στην αρχαιότητα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Η αποθησαύριση κατά τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Καίσαρα και Πομπήιου ήταν τόσο εκτεταμένη, που οδήγησε σε κρίση ρευστότητας. [26] Οι θησαυροί μπορούν να παρουσιάσουν στοιχεία με διάφορους τρόπους:

  • Η θέση του θησαυρού μπορεί να πει, για το πού κυκλοφόρησαν τα εν λόγω νομίσματα.
  • Το αρχαιολογικό πλαίσιο ενός θησαυρού νομισμάτων μπορεί να ορίσει μια κατά προσέγγιση ημερομηνία για την παραγωγή του νομίσματος. Για παράδειγμα, οι ανασκαφές του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο αποκάλυψαν νομίσματα κάτω από το ναό. Η ημερομηνία κατασκευής του ναού είναι γνωστή και έτσι μπορεί να συναχθεί ένα terminus ante quem για την περίοδο παραγωγής τους.
  • Η διαφορά φθοράς των νομισμάτων σε έναν θησαυρό μπορεί να χρησιμοποιηθεί, για τον καθορισμό μιας σχετικής χρονολογίας: τα νομίσματα που είχαν κυκλοφορήσει περισσότερο πριν από την ταφή, πρέπει να παρουσιάζουν μεγαλύτερη φθορά.
  • Η σύνθεση του θησαυρού ως προς τους τύπους νομισμάτων μπορεί να πει, για το τι είδους νομίσματα κυκλοφορούσαν στο ίδιο μέρος την ίδια στιγμή και τη σχετική αφθονία τους. Από αυτό, μερικές φορές μπορούν να εξαχθούν σχετικές χρονολογίες.
  • Η σύγκριση πολλαπλών θησαυρών νομισμάτων μπορεί να βοηθήσει στον καθορισμό σχετικών χρονολογιών. Εάν μια σειρά νομισμάτων αναπαρίσταται καλά σε έναν μεγάλο θησαυρό νομισμάτων και μερικά λείπουν από έναν δεύτερο μεγάλο θησαυρό, είναι πιθανό ότι κόπηκαν μετά την ταφή αυτού του θησαυρού.

Παρόλα αυτά, τα στοιχεία παραμένουν ασαφή. Σε αυτή την περίπτωση, οι νομισματικοί μελετητές προσπαθούν να κάνουν την καλύτερη εκτίμηση για την απόλυτη και σχετική χρονολογία. Στα αγγλικά, το τρέχον πρότυπο έργο είναι το Crawford 1974, το οποίο βασίστηκε και αντικατέστησε τα έργα των Σύντενχαμ 1952, Γκρούεμπερ 1910, Μπάμπελον 1886 και Mόμσεν 1850. [27] Η χρονολογία που χρησιμοποιείται από αυτό το άρθρο και η αναγνώριση των νομισμάτων με την ετικέτα RRC xx/yy προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο στοιχείο σε αυτόν τον κατάλογο. Ωστόσο, υπάρχουν νεότερα στοιχεία, ιδιαίτερα στην περίοδο 170–149 π.Χ., όπου η ανάλυση του πρόσφατα ανακαλυφθέντος θησαυρού Mεζάν (Μesagne) οδήγησε στις εναλλακτικές χρονολογίες των Χερς & Γουόλκερ 1984 και Χάρλαν 1995. Μια εναλλακτική ονομασία του νομίσματος της μορφής "gens ##" (π.χ "Fabia 11" για το 11ο νόμισμα που κόπηκε από έναν χρηματιστή του γένους Fabia, π.χ. το RRC 268/1) χρησιμοποιείται επίσης μερικές φορές ακόμα. Αυτό επινοήθηκε από τον Μπάμπελον και χρησιμοποιήθηκε από τους Γκρούεμπερ, Σύντενχαμ και πολλά νεότερα βιβλία.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Βιβλιογραφικές αναφορέςΕπεξεργασία

  • Alföldi, Andreas (1985). Ο Καίσαρας στο 44 v. Ο Χρ. 2 Volumes, Das Zeugnis der Münzen, Τόμος 2, 1974(ISBN 3-7749-1212-2) και Studien zu Caesar's Monarchie und ihren Würzeln, Τόμος 1, 1985, Dr. Rudolph Habelt Verlag Gmbh, Βόννη.(ISBN 3-7749-1390-0)ISBN 3-7749-1390-0
  • Babelon, Ernest (1885–6). Περιγραφή historique et chronologique des monnaies de la république romaine, 2 τόμοι
  • Broughton, T. Robert S. (1951). The Magistrates of the Roman Republic, American Philological Association, 3 τόμοι. Τόμος Ι ( 509 π.Χ. - 100 π.Χ. )(ISBN 0-89130-706-0) . Τόμος II ( 99 π.Χ. – 31 π.Χ. ) Φιλολογικές Μονογραφίες Αριθμός XV, 1952. Τόμος III ( Συμπλήρωμα )(ISBN 0-89130-811-3) .
  • Burnett, Andrew (1987). Νομίσματα στον Ρωμαϊκό Κόσμο, Seaby,(ISBN 0-900652-85-3)
  • Burnett, Andrew & Wartenberg, Ute & Witschonke, Richard eds, (1998), Coins of Macedonia and Rome: Essays in honor of Charles Hersh, Spink & Son Ltd.(ISBN 1-902040-02-3)ISBN 1-902040-02-3
  • Crawford, Michael H. (1974). Roman Republican Coinage, Cambridge University Press, 2 Volumes.(ISBN 0-521-07492-4)ISBN 0-521-07492-4
  • Crawford, Michael H. (1985). Νομίσματα και Χρήματα υπό τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, Methuen & Co.(ISBN 0-416-12300-7)
  • Feig Vishnia, Rachel (1996). Κράτος, κοινωνία και λαϊκοί ηγέτες στη μέση της δημοκρατικής Ρώμης 241–167 π.Χ., Routledge.(ISBN 0-415-10512-9)ISBN 0-415-10512-9
  • Grueber, HA (1910). Νομίσματα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας στο Βρετανικό Μουσείο, 3 τόμοι, The Trustees of the British Museum.
  • Harl, Kenneth W. (1996). Coinage in the Roman Economy, 300 π.Χ. έως το 700 μ.Χ., Johns Hopkins University Press.(ISBN 0-8018-5291-9)ISBN 0-8018-5291-9
  • Harlan, Michael (1995). Ρωμαίοι Ρεπουμπλικάνοι Moneyers and their Coins 63 π.Χ.–49 π.Χ., Seaby.(ISBN 0-7134-7672-9)ISBN 0-7134-7672-9
  • Harris, William V. (1979). War and Imperialism in Republican Rome 327–70 π.Χ. Oxford University Press.(ISBN 0-19-814866-6)ISBN 0-19-814866-6
  • Hersh, Charles & Walker, Alan (1984) The Mesagne Hoard, Museum Notes, American Numismatic Society 29 pp. 103–134
  • Kroh, Dennis J. (1993), Ancient Coin Reference Reviews, Empire Coins, Florida.(ISBN 0-9638751-0-8)ISBN 0-9638751-0-8
  • Meadows, AR (1998). Ο Άρης/αετός και ο χρυσός κεραυνός και η εμπλοκή των Πτολεμαίων στον Δεύτερο Punic War στο Burnett 1998:125–134, πινακίδα 12
  • Melville Jones, John R., 'A Dictionary of Ancient Roman Coins', Λονδίνο, Spink 2003
  • Metcalf, DM & Oddy, WA (1980). eds, Metallurgy in Numismatics, Volume 1, Royal Numismatic Society Special Publication No. 13, Λονδίνο.(ISBN 0-901405-14-0)ISBN 0-901405-14-0
  • Mommsen, Theodore (1850). Das Römische Münzwesen, Λειψία
  • Rutter, NK (1997). Τα ελληνικά νομίσματα της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας, Spink.(ISBN 0-907605-82-6)ISBN 0-907605-82-6
  • Rutter, NK (2001). ed Historia Numorum: Italy, The Trustees of the British Museum.(ISBN 0-7141-1801-X)ISBN 0-7141-1801-Χ
  • Sear, David R. (1998). The History and Coinage of the Roman Imperators 49–27 BC, Spink & Son.(ISBN 0-907605-98-2)ISBN 0-907605-98-2
  • Scullard, HH (1973). Roman Politics 220-150 π.Χ., δεύτερη έκδοση. Οξφόρδη στο Clarendon Press.(ISBN 0-19-814816-X)ISBN 0-19-814816-Χ
  • Smith, William (1875). Λεξικό Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων
  • Sutherland, CHV (1974). Roman Coins, GP Putnam's Sons.(ISBN 0-399-11239-1)ISBN 0-399-11239-1
  • Sydenham, Edward A. (1952). The Coinage of the Roman Republic, Spink & Son Ltd
  • Thomsen, Rudi (1974). Early Roman Coinage, a Study of the Chronology, 3 τόμοι, 1961, 1961, 1974, Nationalmuseet, Στοκχόλμη.(ISBN 87-480-0038-8)ISBN 87-480-0038-8
  • Vecchi, Italo (2013). Ιταλικά χυτά νομίσματα. Περιγραφικός κατάλογος των χυτών νομισμάτων της Ρώμης και της Ιταλίας . London Ancient Coins, Λονδίνο 2013. Σκληρόδετο σε μορφή quarto, 84 σελίδες, 92 πινακίδες.(ISBN 978-0-9575784-0-1)ISBN 978-0-9575784-0-1
  • Walker, DR (1980). The Silver contents of Roman Republican coinage, στο Metcalf 1980:55–72
  • Willis, James A. (1972). Τα πολλαπλάσια του ως. Harvard Studies in Classical Philology 76 : 233–244

Περαιτέρω ανάγνωσηΕπεξεργασία

  • Οδηγοί τιμών συλλεκτών:
    • Fernández Molina, José & Fernández Carrera, Manuel & Calico Estivill, Xavier (2002). Ένας οδηγός για τα Denarii της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας στον Augustus ,(ISBN 84-607-5776-5)
    • Sear, David R. (2000). Ρωμαϊκά νομίσματα και οι αξίες τους. Η έκδοση Millennium . Τόμος Ι, Η Δημοκρατία και οι Δώδεκα Καίσαρες . Σπινκ(ISBN 1-902040-35-X)
  • Πολιτική, οικονομία και νομίσματα:
    • Crawford, Michael H. (1985). Νομίσματα και Χρήματα υπό τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, Methuen & Co.(ISBN 0-416-12300-7)
    • Harlan, Michael (1996). Ρωμαίοι Ρεπουμπλικανοί Moneyers and their Coins 63 π.Χ.-49 π.Χ., Seaby.(ISBN 0-7134-7672-9)ISBN 0-7134-7672-9
    • Harlan, Michael (2012). Οι Ρωμαίοι Ρεπουμπλικάνοι Moneyers και τα νομίσματά τους 81 BCE-64 BCE, Εκδόσεις Moneta.(ISBN 978-0-9654567-0-8)ISBN 978-0-9654567-0-8
    • Sear, David R. (1998). The History and Coinage of the Roman Imperators 49–27 BC, Spink & Son.(ISBN 0-907605-98-2)ISBN 0-907605-98-2
    • Vecchi, Italo (2013). Ιταλικά χυτά νομίσματα. Ένας περιγραφικός κατάλογος των χυτών νομισμάτων της Ρώμης και της Ιταλίας. Αρχαία νομίσματα του Λονδίνου.(ISBN 978-0-9575784-0-1)ISBN 978-0-9575784-0-1
    • Wiercinska, Janina (1996). Νομίσματα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας: Κατάλογος Αρχαίων Νομισμάτων στο Εθνικό Μουσείο της Βαρσοβίας, Εθνικό Μουσείο στη Βαρσοβία.(ISBN 8-3710-0162-2)ISBN 8-3710-0162-2

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Thurlow-Vecchi 1979:17,18, Plates 11–23
  2. Rutter 2001:10,68
  3. Willis 1972
  4. Crawford 1974:131–236
  5. Crawford 1985:23,60
  6. Crawford 1985:36
  7. Rutter 2001:8,44
  8. Rutter 1997:93
  9. Crawford 1985:60
  10. Crawford 1974:154
  11. Meadows 1998
  12. Walker 1980
  13. Harris 1979:70
  14. Crawford 1974:594–5
  15. Crawford 1974:570–1
  16. Crawford 1985:143–151
  17. Burnett 1987:22
  18. Crawford 1974:238
  19. Smith 1875:Flamen
  20. Feig Vishnia 1996:118–9
  21. Broughton 1951:I:361
  22. Scullard 1973:136–7
  23. Harlan 1995
  24. Sear 1998:72–3
  25. Alföldi 1985
  26. Burnett 1991:52
  27. Kroh 1993