Το Πογκρόμ του Κάμπελ, αναφερόμενο και ως Εμπρησμός του Κάμπελ[1], ήταν αντισημιτικό πογκρόμ που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 1931 στη Θεσσαλονίκη.

Πογκρόμ του Κάμπελ
(με τη φορά του ρολογιού) Ερείπια του συνοικισμού μετά το πογκρόμ, τραυματισμένος Εβραίος σε νοσοκομείο, Οικογένειες εγκαταλείπουν το συνοικισμό, Εβραίοι προστατεύονται σε συναγωγή, στρατιωτικό τμήμα προστατεύει τον συνοικισμό για την αποφυγή νέου πογκρόμ.
Ημερομηνία29-30 Ιουνίου 1931
ΤοποθεσίαΣυνοικισμός Κάμπελ, Καλαμαριά Θεσσαλονίκης
Συντεταγμένες40.5841501, 22.9676707
ΣτόχοςΟικίες και επιχειρήσεις Εβραίων
Συμμετέχοντες
  • Μέλη εθνικιστικών οργανώσεων
  • Μικρασιάτες Πρόσφυγες
  • Έφεδροι στρατιώτες
Έκβαση
  • Καταστροφή συνοικισμού
  • Μετανάστευση 10.000 Εβραίων προς την Παλαιστίνη
  • Δίκη των πρωτεργατών του Πογκρόμ και μετέπειτα αθώωση τους
Απώλειες
2 νεκροί κάτοικοι, δεκάδες τραυματίες, 210-220 οικογένειες άστεγες λόγω καταστροφών

Μετά τη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, η ήδη φτωχή εβραϊκή κοινότητα της πόλης, περιθωριοποιήθηκε περαιτέρω. Κατά τη δεκαετία του 1920, απομονώθηκε πολιτικά, και στοχοποιήθηκε από την βενιζελική παράταξη, η οποία την θεωρούσε υπεύθυνη τόσο για την εκλογική ήττα των βενιζελικών το 1920 όσο και για την μικρασιατική καταστροφή. Παράλληλα, κατά τα μέσα της δεκαετίας, εμφανίστηκαν οι πρώτες φασιστικές οργανώσεις στην Θεσσαλονίκη οι οποίες ανέπτυξαν αντισημιτική δράση με την ανοχή της κυβέρνησης. Μέσα από την αρθρογραφία βενιζελικών εφημερίδων, κυρίως της «Μακεδονίας», οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης στοχοποιούνταν ως ξένο σώμα που επιδίωκε την καταστροφή της Ελλάδας.

Με αφορμή την ψευδή[2] κατηγορία περί συνεργασίας της κοινότητας με Βούλγαρους και κομμουνιστές για την ανεξαρτητοποίηση της Μακεδονίας, τη νύχτα μεταξύ 29 και 30 Ιουνίου 1931, Μικρασιάτες πρόσφυγες, έφεδροι του Ελληνικού Στρατού και μέλη αριθμού εθνικιστικών οργανώσεων, επιτέθηκαν σε εβραϊκούς συνοικισμούς, με κυριότερη την επίθεση στο «Κάμπελ» (σημ. συνοικισμός Βότση)[3] της Καλαμαριάς. Τα επεισόδια είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή του συνοικισμού, τον θάνατο δύο κατοίκων και τον τραυματισμό δεκάδων.

Ακολούθησε δίκη-παρωδία των πρωτεργατών της επίθεσης, κατά την οποία αθωώθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι. Η τότε κυβέρνηση, παρότι ανέφερε πως θα στηρίξει την κοινότητα, δεν την βοήθησε να επανακάμψει, ενώ χιλιάδες Εβραίοι εγκατέλειψαν οριστικά τη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκαν στη Παλαιστίνη. Με την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, η κατάσταση στην κοινότητα ομαλοποιήθηκε και βίωσε τη μεγαλύτερη ηρεμία από όλη τη μεσοπολεμική περίοδο.

Πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο Επεξεργασία

Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης του 1917 και το ρυμοτομικό σχέδιο που την ακολούθησε, η εβραϊκή κοινότητα της πόλης φτωχοποιήθηκε και περιθωριοποιήθηκε.[4] Την επόμενη τριετία,γνώρισε μια μικρή βελτίωση, η οποία όμως ανεστάλη μετά την άφιξη των Μικρασιατών προσφύγων,[4] οι οποίοι αντιμετώπιζαν τους εβραίους ανταγωνιστικά.[5] Το 1920, μεταφράστηκαν για πρώτη φορά στα Ελληνικά τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» από το Υπουργείο Εξωτερικών και δημοσιεύτηκαν πέντε χρόνια αργότερα, από την εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» στην Αθήνα σε μία προσπάθεια πολεμικής ενάντια του κομμουνισμού, με αφορμή σειρά άρθρων του Ιωάννη Σοφιανόπουλου στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», που κατέγραφε τις εμπειρίες του από τη Σοβιετική Ρωσία.[6]

Στις εκλογές του 1923 συστάθηκε ξεχωριστός εκλογικός σύλλογος, αποκλειστικά για Εβραίους.[7] Η συγκεκριμένη κίνηση -γεγονός που παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος- έγινε καθαρά για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, επειδή οι Φιλελεύθεροι θεωρούσαν την εβραϊκή κοινότητα υπεύθυνη τόσο για την εκλογική ήττα στις βουλευτικές εκλογές του 1920, όσο και τις καταστροφές που ακολούθησαν τη χώρα μετά.[7] Πριν τις εκλογές του 1928, ο Βενιζέλος ισχυρίστηκε πως ο ξεχωριστός εκλογικός σύλλογος αποτελούσε ένα προσωρινό μέτρο για την υπεράσπιση των Εβραίων, και πως θα καταργούνταν.[7] Παρότι οι Εβραίοι στήριξαν τον Βενιζέλο, μετά την επανεκλογή του ανέφερε πως το συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα θα διατηρούνταν έως ότου «οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης νιώσουν πως είναι Έλληνες Πολίτες».[8]

Μετά τις εκλογές του 1928, οι σχέσεις Φιλελευθέρων και εβραϊκής κοινότητας βελτιώθηκαν σημαντικά για μικρό χρονικό διάστημα.[9] Μάλιστα, τον Δεκέμβριο του 1930, αναδείχθηκε δήμαρχος υποψήφιος των φιλελευθέρων στηριζόμενος από την κοινότητα.[9] Πάραυτα, την ίδια περίοδο, εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη ελληνική μετάφραση των «πρωτοκόλλων», από τοπικές εφημερίδες της πόλης, ενώ ταυτόχρονα η «Μακεδονία» ασκούσε έντονη κριτική -ρητορική είχε ήδη ξεκινήσει να υιοθετεί από το 1915-[10] απέναντι στην Εβραϊκή κοινότητα θεωρώντας την ξένο σώμα, το οποίο υπονόμευε την Ελλάδα.[9]

Απαρχές της σύγκρουσης Επεξεργασία

Φασισμός στο Μεσοπόλεμο Επεξεργασία

Ο ελληνικός φασισμός παρότι δεν απέκτησε τη μαζικότητα που εμφάνισε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υπήρξε ιδιαίτερα δυναμικός στη Βόρεια Ελλάδα κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1930.[11] Η σημαντικότερη από τις φασιστικές οργανώσεις του Μεσοπολέμου, υπήρξε η «Εθνική Ένωσις Ελλάς» (ΕΕΕ), η οποία είχε αντισημιτική και αντικομμουνιστική δράση.[12] Λαμβάνοντας τόσο στήριξη από τον τοπικό τύπο, όσο και ανοχή από τα σώματα ασφαλείας, η δράση της ΕΕΕ περιελάμβανε την αναγραφή αντιεβραϊκών συνθημάτων σε τοίχους, και την επίθεση σε καφενεία, βιβλιοπωλεία και κινηματογράφους όπου σύχναζαν αριστεροί.[13]

Το μακκαβικό συνέδριο στη Σόφια Επεξεργασία

Την περίοδο μεταξύ 27 και 31 Αυγούστου 1930, στη Σόφια έλαβαν χώρα αθλητικές εκδηλώσεις εβραϊκών σωματείων, στις οποίες συμμετείχε και εκπρόσωπος της Μακαμπή Θεσσαλονίκης[14], με αφορμή την συμπλήρωση 25 ετών από την ίδρυση της «αδελφής οργάνωσης της Σόφιας».[15] Στις 31 Αυγούστου, πραγματοποιήθηκαν μεγάλες εκδηλώσεις στο στάδιο της πόλης, όπου συμμετείχαν υψηλόβαθμα στελέχη της βουλγαρικής κυβέρνησης και του στρατού.[16] Την επόμενη, ο Αρχιραββίνος Ασέρ Χανανέλ, κατά τη διάρκεια μνημοσύνου στη συναγωγή της Σόφιας υπέρ των πεσόντων στην Παλαιστίνη, προέτρεψε τους πιστούς να μιμηθούν τη δράση των μακεδόνων και την προσπάθεια τους για την απελευθέρωση της πατρίδας τους.[17] Η ΕΜΕΟ συνεχάρη τη βουλγαρική Μακαμπή και προσκάλεσε τα μέλη της να παρακολουθήσουν συνέδριο της Μακεδονικής Νεολαίας.[17]

Τα γεγονότα αναδημοσιεύτηκαν μία μέρα μετά από την «Μακεδονία», η οποία καλούσε την Μακαμπή Θεσσαλονίκης να διαχωρίσει τη θέση της από της βουλγαρικής Μακαμπή.[18] Η ΕΕΕ και λοιπές εθνικιστικές οργανώσεις, με κοινή ανακοίνωση καταδίκασαν τη Μακαμπή Θεσσαλονίκης για τη στάση του αντιπροσώπου της, Ισαάκ Κοέν, κατηγορώντας τον πως υιοθέτησε τις θέσεις της ΕΜΕΟ.[19] Ύστερα, αιτήθηκαν από τον υπουργό, και Γενικό Διοικητή Μακεδονίας Στυλιανό Γονατά, την διάλυση της Μακαμπή ως αντεθνικής οργάνωσης.[17] Οι εβραϊκές εφημερίδες της Θεσσαλονίκης διέψευσαν με τη σειρά τους τις κατηγορίες ως ψευδείς και προϊόν πλαστογραφίας, ξεκινώντας μια έντονη διαμάχη ανάμεσα σε αυτές και τη «Μακεδονία».[20] Η υπόθεση ξεχάστηκε για τους επόμενους 10 μήνες και επανεμφανίστηκε στο προσκήνιο τον Ιούνιο του 1931,[21] με αφορμή το χτίσιμο νέου γυμναστηρίου από την Μακαμπή.[22] Μέσα από τη συγγραφή «ολόκληρων ψεμάτων και μισών αληθειών» η κοινότητα στοχοποιούνταν ως αποτελούμενη από απάτριδες εθνοπροδότες κοσμοπολίτες οι οποίοι -όντας παράλληλα φανατικοί κομμουνιστές- συνωμοτούσαν και πλούτιζαν εις βάρος της Ελλάδας.[23] Η συγκεκριμένη ρητορική, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση της περιόδου, αλλά και την απώλεια των προσφυγικών περιουσιών κατά τη διάρκεια των ελληνοτουρκικών ανταλλαγών, δημιούργησε έντονη κοινωνική ανασφάλεια που εκδηλώθηκε με φυλετικά χαρακτηριστικά.[24]

Κοινό αντιεβραικό μέτωπο και πρώτες συγκρούσεις Επεξεργασία

Το 1931 δημιουργήθηκε κοινό αντιεβραϊκό μέτωπο, το οποίο αποτελούνταν από αριθμό εθνικιστικών οργανώσεων στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν η «Εθνική Παμφοιτητική Ένωσις», η «Εθνική Οργάνωσις Εργατών», η οργάνωση «Παύλος Μελάς» καθώς και έφεδροι του ελληνικού στρατού.[25] Στις 23 Ιουνίου του 1931, η «Εθνική Παμφοιτητική Ένωσις» κυκλοφόρησε προκήρυξη, στην οποία καλούσε τους Έλληνες της Θεσσαλονίκης να απομονώσουν την εβραϊκή κοινότητα και να μποϋκοτάρουν τις επιχειρήσεις τους.[26] Στις 25 Ιουνίου μετά από έκκληση του διοικητικού συμβουλίου της ισραηλιτικής κοινότητας Θεσσαλονίκης στη γενική διοίκηση Μακεδονίας, ενισχύθηκαν οι ένοπλες δυνάμεις της πόλης προκειμένου να προστατέψουν τους ισραηλιτικούς συνοικισμούς και τη «Μακαμπή».[27] Την ίδια μέρα, μετά από εισήγηση του Εβραίου βουλευτή Μεντές Μπεσαντζή, έλαβε χώρα συζήτηση στη βουλή αναφορικά με το αντισημιτικό κλίμα που επικρατούσε στη Θεσσαλονίκη.[28] Ο Βενιζέλος καταδίκασε τα αντισημιτικά γεγονότα ως «αξιοθρήνητα» ενώ αναγνώρισε τις κατηγορίες εναντίον της Μακάμπη ως συκοφαντίες και προϊόντα πλαστογραφίας.[28] Παρόμοια στάση κράτησαν και βουλευτές της αντιπολίτευσης, όπως ο αρχηγός του Λαικού Κόμματος Παναγής Τσαλδάρης, και ο αρχηγός της Δημοκρατικής Ένωσης, Αλέξανδρος Παπαναστασίου.[28]

Στις 28 Ιουνίου κατά της 10 το βράδυ, ένοπλες ομάδες εθνικιστών μαζί με στρατιωτικούς πετροβόλησαν τον συνοικισμό «6» -αναφερόμενος και ως «Χαριλάου»- και αποπειράθηκαν να τον πυρπολήσουν, αλλά αποκρούστηκαν από ένοπλα μέλη της εβραϊκής κοινότητας.[29] Η σύγκρουση αυτή, ενίσχυσε περαιτέρω το ήδη υπάρχον αντισημιτικό κλίμα.[30] Το απόγευμα της επόμενης, 29 Ιουνίου, ξεκίνησε η κύρια επίθεση στις εβραϊκές συνοικίες, ενώ αντιεβραικά επεισόδια σημειώθηκαν και στο Βόλο.[3]

Το πογκρόμ των εβραϊκών συνοικισμών της Θεσσαλονίκης Επεξεργασία

Πογκρόμ στους εβραϊκούς συνοικισμούς και η πυρπόληση του «Κάμπελ» Επεξεργασία

 
Ο Εβραίος μικροπωλητής Λεόν Βιδάλ, θύμα του Πογκρόμ.(Ριζοσπάστης 6.7.1931).[31]

Στις 21:30, ομάδα με επικεφαλής μέλος της ΕΕΕ, οπλισμένη με τσεκούρια και περίστροφα, εισέβαλε σε καφενείο του συνοικισμού «Κάμπελ», αλλά απωθήθηκε προσωρινά από αστυνομικές δυνάμεις.[32] Μισή ώρα αργότερα έλαβε χώρα συμπλοκή μεταξύ Εβραίων από τη μία και εθνικιστών και στρατιωτικών από την άλλη, κατά την οποία τραυματίστηκε στρατιώτης του όρχου αεροπορίας.[32] Η είδηση για τον τραυματισμένο στρατιώτη, διαδόθηκε γρήγορα και όξυνε τις διαθέσεις, με αποτέλεσμα μικτή ομάδα 250 Εθνικιστών και στρατιωτικών να επιτεθεί στο «Κάμπελ», όπου ακολούθησαν λεηλασίες, ξυλοδαρμοί και βιασμοί.[33] Σύντομα, το πλήθος των επιτιθέμενων άγγιζε τα 2000 άτομα και, υπό την καθοδήγηση μελών της ΕΕΕ, ξεκίνησαν τον εμπρησμό του «Κάμπελ».[34] Το πρώτο θύμα του πογκρόμ ήταν ο χριστιανός φούρναρης Λεωνίδας Παππάς, ο οποίος αρνήθηκε να κρύψει τη βενζίνη την οποία σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν οι εθνικιστές, και τραυματίστηκε θανάσιμα από πυροβολισμό.[35] Ύστερα, μετέφεραν με οχήματα τη Βενζίνη στο Κάμπελ, έβαλαν φωτιά από 4 σημεία και έστησαν οδοφράγματα προκειμένου να αποτρέψουν τη διέλευση πυροσβεστικών.[36]

Παράλληλα με τις συγκρούσεις στο Κάμπελ, περίπου 200 άτομα, επιτέθηκαν προς τον συνοικισμό «151» στην Κάτω Τούμπα με στόχο την πυρπόληση του.[3] Κατά την διάρκεια της επίθεσης τραυματίστηκε θανάσιμα ο Εβραίος μικροπωλητής Λεόν Βιδάλ ο οποίος πέθανε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο «Ιπποκράτειο».[3] Σε μία προσπάθεια να υπερασπιστούν την κοινότητα, ένοπλες ομάδες Εβραίων ξεκίνησαν να τρομοκρατούν τις εθνικιστικές ομάδες και ακολούθησαν συγκρούσεις σώμα με σώμα.[31] Στις 11, επεισόδια έλαβαν χώρα και στο συνοικισμό «Τράνσβααλ» μεταξύ προσφύγων από την τούμπα και Εβραίων, τα οποία περιορίστηκαν λόγω της προσπάθειας της χωροφυλακής να διαλύσει τα πλήθη.[37] Παρόμοια γεγονότα έλαβαν χώρα και στον συνοικισμό «Ρέζι Βαρδάρ», κατά τις 00:30 όπου στρατιώτες του πυροβολικού συγκρούστηκαν με Εβραίους.[38] Τελικά, μετά από επέμβαση ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων του 7ου και 2ου αστυνομικού τμήματος και τμήματος του Ιππικού, όλες οι συγκρούσεις τερματίστηκαν κατά τις 2 το βράδυ, με απολογισμό 2 νεκρούς, δεκάδες τραυματίες και 210 οικογένειες άστεγες.[39]

Επακόλουθα Επεξεργασία

Την επόμενη του πογκρόμ, σε μία προσπάθεια να αποτραπούν περαιτέρω επεισόδια, μέλη του ΚΚΕ και της ΚΟΜΛΕΑ διαδήλωσαν ενάντια της ΕΕΕ.[40] Η διαδήλωση του ΚΚΕ ξεκίνησε στις 19:30 αλλά δεν είχε μαζικότητα λόγω της παρουσίας ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων.[40] Μία ώρα αργότερα πραγματοποιήθηκε διαδήλωση των αρχειομαρξιστών η οποία διαλύθηκε γρήγορα από τη χωροφυλακή.[40]

Η ηγεσία της εβραϊκής κοινότητας, ζήτησε την προσωπική παρουσία του Βενιζέλου προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη στη Θεσσαλονίκη.[41] Με κυβερνητική εντολή, απεστάλη στρατιωτικό τμήμα του όρχου αεροπορίας προκειμένου να αποφευχθούν νέα επεισόδια στον συνοικισμό.[42] Παρά την αποκήρυξη του πογκρόμ και του αντισημιτισμού γενικότερα από τον Βενιζέλο, οι σχέσεις μεταξύ της Εβραϊκής κοινότητας και του βενιζελικού χώρου δεν μπόρεσαν να αποκατασταθούν,[41] καθώς η κυβέρνηση -παρότι υποσχέθηκε πως θα συνδράμει στην επανάκαμψη της κοινότητας-[43] δεν έκανε τίποτα για να βοηθήσει τα θύματα.[44] Στη κοινοβουλευτική συζήτηση που ακολούθησε, βουλευτές με ισχυρά προσφυγικά ερείσματα ισχυρίστηκαν πως «άντρες γεμάτοι πατριωτισμό και εθνικισμό δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται συμμορίες κακοποιών» ενώ ο Γονατάς ανέφερε πως η δράση της ΕΕΕ, όντας αστική και εθνικιστική δεν είχε τίποτα το επιλήψιμο.[45] Οι βενιζελικές εφημερίδες αρνούνταν την ύπαρξη εθνικιστικών οργανώσεων πίσω από το πογκρόμ, ενώ -αντιστρέφοντας τη πραγματικότητα- ισχυρίζονταν πως τα γεγονότα ήταν αποτέλεσμα κομμουνιστικής προβοκάτσιας.[46] Οι εν λόγω κατηγορίες, σε συνδυασμό με την εύρεση οπλισμού στην εργατική λέσχη Θεσσαλονίκης οδήγησαν στις συλλήψεις σεσημασμένων κομμουνιστών.[47]

Μετά το πογκρόμ Επεξεργασία

Η δίκη της ΕΕΕ Επεξεργασία

Στις 2 Απριλίου 1932, ξεκίνησε η δίκη της οργάνωσης για τα γεγονότα του Κάμπελ στο κακουργιοδικείο της Βέροιας, η οποία διήρκησε συνολικά 17 μέρες.[48] Η απόφαση διεξαγωγής της δίκης σε μία περιφερειακή πόλη χωρίς ισχυρή εβραϊκή παρουσία όπως η Βέροια, διευκόλυνε την προδιαγεγραμμένη πορεία της.[49] Δικάστηκαν 11 άτομα με την κατηγορία της καταστροφής και κλοπής ξένης περιουσίας, την οπλοφορία και οπλοχρησία, καθώς και τη διατάραξη της κοινής ησυχίας· ανάμεσα σε αυτά ήταν οι ηγέτες της ΕΕΕ, Γεώργιος Κοσμίδης και Δημήτρης Χαριτόπουλος, καθώς και ο αρχισυντάκτης της Μακεδονίας -και μέλος της οργάνωσης- Νίκος Φαρδής.[48] Το σώμα των ενόρκων αποτελούνταν από έντεκα μέλη, κανένα από τα οποία δεν ήταν εβραϊκής καταγωγής.[49] Η «Μακεδονία» υπήρξε ανταποκριτής της δίκης, υπερασπιζόμενη την ΕΕΕ, παραποιώντας τις καταθέσεις των μαρτύρων και επιτιθέμενη σε, Βενιζελικούς και μη, πολιτικούς που δεν στήριζαν τις αντιεβραικές επιθέσεις.[50] Εν τέλει, αθωώθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι από όλες τις κατηγορίες.[51][52] Η ΕΕΕ συνέχισε την δράση της υπό την αιγίδα κρατικών φορέων[53] η οποία κορυφώθηκε το 1933, αλλά ύστερα διασπάστηκε λόγω ενδοπαραταξιακών συγκρούσεων.[54]

Η κοινότητα μετά το πογκρόμ Επεξεργασία

Το πογκρόμ συνέτριψε την ήδη εξαθλιωμένη από την οικονομική κρίση εβραϊκή κοινότητα[45] ενώ παράλληλα αποδόμησε την μέχρι τότε αντίληψη πως η συμπρωτεύουσα αποτελούσε ένα ασφαλές καταφύγιο για τους Εβραίους.[55] Πολλές εβραϊκές οικογένειες, νιώθοντας ανασφαλείς, μετακόμισαν στο κέντρο της πόλης.[45] Άλλες, επισκέφθηκαν τους πρόξενους ξένων χωρών και ζήτησαν άδεια για να τοποθετήσουν σημαίες άλλων χωρών στα σπίτια τους.[45] Το πογκρόμ αποτέλεσε την αιτία για τη μετανάστευση 10.000 Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη προς την Παλαιστίνη την περίοδο 1932-1934, και συγκεκριμένα στο Τελ αβίβ και τη Χάιφα.[44]

Ο Μεταξάς και η κοινότητα Επεξεργασία

Η επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, οδήγησε στην απαγόρευση της ΕΕΕ και βελτίωσε την κατάσταση της κοινότητας καθώς ο Μεταξάς, παρότι εμπνευσμένος από τα φασιστικά καθεστώτα της περιόδου, γνώριζε πως η πλειοψηφία των Εβραίων ήταν φιλομοναρχικοί και έτρεφε φιλικά συναισθήματα για αυτούς.[44] Διορίστηκε ως αρχιραββίνος ο ασκεναζίτης Ζβί Κόρετς, ο οποίος σύναψε στενές σχέσεις με τις αρχές, ενώ ο βασιλιάς Γεώργιος Β', σε ένδειξη καλής πίστης, επισκέφθηκε την συναγωγή Μπέτ Σαούλ στη Θεσσαλονίκη.[56] Σε γενικές γραμμές, το μεταξικό καθεστώς αν και ήρθε σε σύγκρουση με την κοινότητα σε θέματα όπως η τοποθεσία του Εβραϊκού νεκροταφείου, και ενώ την προστάτευσε όχι στο πλαίσιο των πολιτικών και θρησκευτικών ελευθεριών, αλλά σε αυτό των πελατειακών σχέσεων, δεν έκανε διακρίσεις μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων, θεωρώντας τες ως υποσύνολα της Ελληνικής οικογένειας.[57]

Δείτε επίσης Επεξεργασία

Παραπομπές Επεξεργασία

  1. Μαζάουερ 2006, σελ. 483,485.
  2. Μαζάουερ 2006, σελ. 484· Μαργαρίτης 2005, σελ. 41.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Τρεμόπουλος 2018, σελ. 170.
  4. 4,0 4,1 Μαζάουερ 2006, σελ. 480.
  5. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 66-7.
  6. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 65.
  7. 7,0 7,1 7,2 Μαζάουερ 2006, σελ. 481.
  8. Μαζάουερ 2006, σελ. 482.
  9. 9,0 9,1 9,2 Μαζάουερ 2006, σελ. 483.
  10. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 66.
  11. Μαργαρίτης 2005, σελ. 65.
  12. Mavrogordatos 1983, σελ. 255.
  13. Μαζάουερ 2006, σελ. 487.
  14. Μαργαρίτης 2005, σελ. 58.
  15. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 81,341.
  16. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 81-2.
  17. 17,0 17,1 17,2 Τρεμόπουλος 2018, σελ. 82.
  18. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 81.
  19. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 82· Μαζάουερ 2006, σελ. 484.
  20. Μαργαρίτης 2005, σελ. 59 σημ.11.
  21. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 83.
  22. Μαζάουερ 2006, σελ. 484.
  23. Molho 2003, σελ. 44· Μαζάουερ 2006, σελ. 484.
  24. Μαργαρίτης 2005, σελ. 66.
  25. Μαργαρίτης 2005, σελ. 61.
  26. Μαργαρίτης 2005, σελ. 59-60.
  27. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 128-29.
  28. 28,0 28,1 28,2 Τρεμόπουλος 2018, σελ. 131.
  29. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 155,160.
  30. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 166.
  31. 31,0 31,1 Τρεμόπουλος 2018, σελ. 171.
  32. 32,0 32,1 Τρεμόπουλος 2018, σελ. 176.
  33. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 176-77.
  34. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 177-78.
  35. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 179.
  36. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 178,181.
  37. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 171-72.
  38. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 174.
  39. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 171,180-182.
  40. 40,0 40,1 40,2 Τρεμόπουλος 2018, σελ. 202.
  41. 41,0 41,1 Mavrogordatos 1983, σελ. 259.
  42. Μαζάουερ 2006, σελ. 486· Μαργαρίτης 2005, σελ. 61.
  43. Μαζάουερ 2006, σελ. 486-87.
  44. 44,0 44,1 44,2 Molho 2003, σελ. 45.
  45. 45,0 45,1 45,2 45,3 Μαζάουερ 2006, σελ. 486.
  46. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 217-18.
  47. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 218.
  48. 48,0 48,1 Τρεμόπουλος 2018, σελ. 333.
  49. 49,0 49,1 Τρεμόπουλος 2018, σελ. 337.
  50. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 342.
  51. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 395.
  52. Αναλυτικά για τη δίκη βλ. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 331-371, 379-408
  53. Μαργαρίτης 2005, σελ. 64.
  54. Τρεμόπουλος 2018, σελ. 411.
  55. Naar 2016, σελ. 30.
  56. Μαζάουερ 2006, σελ. 490.
  57. Naar 2016, σελ. 186,267,290.

Πηγές Επεξεργασία

Ελληνόγλωσσες Επεξεργασία

  • Μαζάουερ, Μάρκ (2006). Θεσσαλονίκη, Πόλη των Φαντασμάτων: Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι 1430-1950. Αθήνα: Αλεξάνδρεια. ISBN 960-221-354-X. 
  • Τσιρώνης, Θεοδόσης (2010). «Πρόσφυγες σε εθνικιστικές οργανώσεις στη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου». Στο: Ιωαννίδου, Ελένη. Η μεταμόρφωση της Θεσσαλονίκης: Η εγκατάσταση των προσφύγων στην πόλη (1920-1940). Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Επίκεντρο. σελίδες 179–206. ISBN 978-960-458-214-3. 

Ξενόγλωσσες Επεξεργασία

Περαιτέρω ανάγνωση Επεξεργασία

Προτεινόμενη βιβλιογραφία Επεξεργασία

  • Μαρία Βασιλικού: «Εθνοτικές αντιθέσεις στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου: Η περίπτωση του εμπρησμού του Κάμπελ», Ιστωρ, 7 (1994), σσ. 153-174