Άνοιγμα κυρίου μενού
Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, Η Αποκαθήλωση, 1610–1611

Ο όρος Φλαμανδική ζωγραφική μπαρόκ αναφέρεται στα έργα ζωγραφικής που δημιουργήθηκαν στις Ισπανικές Κάτω Χώρες, που τότε βρίσκονταν υπό ισπανική κυριαρχία, κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα. Η περίοδος αυτή, χονδρικά, αρχίζει με την απόσχιση της Ολλανδικής Δημοκρατίας από την επικράτεια των ισπανικών Κάτω Χωρών, ενώ οι Ισπανοί ανακατέλαβαν την Αμβέρσα το 1585, και εκτείνεται μέχρι τον τερματισμό της κυριαρχίας των Αψβούργων με τον θάνατο του βασιλέα Καρόλου Β΄ της Ισπανίας, δηλαδή χονδρικά μέχρι το 1700.[1] Η ιστορία της φλαμανδικής μπαρόκ ζωγραφικής, ιδιαίτερα κατά τον 17ο αιώνα, ανακλά τη σταδιακή παρακμή της ίδιας της χώρας: Τα πάλαι ποτέ ισχυρά εμπορικά και πνευματικά κέντρα της, η Αμβέρσα, η Μπρυζ και η Γάνδη εξασθένισαν λόγω των θρησκευτικών και πολιτικών διαμαχών μεταξύ των Καθολικών Αψβούργων και των Προτεσταντών Φλαμανδών και Ολλανδών εμπόρων. Έτσι, ενώ η τέχνη του μπαρόκ άκμαζε όσο ποτέ στην Ολλανδία, η τέχνη στην περιοχή της Φλάνδρας είχε ως εκπροσώπους σχετικά λίγους Φλαμανδούς ζωγράφους (αν και ιδιαίτερα σημαντικούς), οι οποίοι δραστηριοποιούνταν κυρίως στην Αμβέρσα.[2] Καλλιτέχνες όπως οι Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, Άντονι βαν Ντάικ και Γιάκομπ Γιόρντενς ήταν οι κυριότεροι εκπρόσωποι της εποχής και δραστηριοποιήθηκαν στην Αμβέρσα, ενώ άλλες πόλεις με σημαντικούς καλλιτέχνες ήταν η Γάνδη και οι Βρυξέλλες.[1] Ο Ρούμπενς, ιδιαίτερα, άσκησε σημαντική επίδραση στη ζωγραφική του 17ου αιώνα - ορισμένοι ιστορικοί τέχνης αναφέρουν ότι η ιστορία της μπαρόκ φλαμανδικής ζωγραφικής είναι, στην πραγματικότητα, η ιστορία ενός ανθρώπου, του Ρούμπενς.[3],Οι καινοτομίες του ήταν υπεύθυνες για την αναγνώριση της Αμβέρσας ως μιας από τις πλέον αναγνωρισμένες, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καλλιτεχνικές πόλεις, ιδιαίτερα για τη ζωγραφική της Αντιμεταρρύθμισης, ενώ ο μαθητής και φίλος του Άντονι βαν Ντάικ διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, δημιουργώντας νέες κατευθύνσεις στην αγγλική προσωπογραφία. Οι υπόλοιπες εξελίξεις στη φλαμανδική ζωγραφική της μπαρόκ περιόδου προσομοιάζουν με αυτές που συναντώνται στη ζωγραφική της ολλανδικής Χρυσής Εποχής,[1] με τους Φλαμανδούς καλλιτέχνες να ασχολούνται με πίνακες ιστορικού περιεχομένου, προσωπογραφίες, ρωπογραφίες, τοπιογραφίες και νεκρές φύσεις.

Πίνακας περιεχομένων

Γενικά χαρακτηριστικάΕπεξεργασία

Όπως έχει αναγράψει ο Τζόρτζιο Βαζάρι, κατά τον 15ο αιώνα, την εποχή της ιταλικής Αναγέννησης, οι Φλαμανδοί ζωγράφοι ήταν αυτοί που "εξήγαγαν" την τεχνική της ελαιογραφίας στους καλλιτέχνες της Βενετίας, της Ρώμης και της Φλωρεντίας. Στις αρχές του 17ου αιώνα, με τη διάδοση του ιταλικού "Καραβατζισμού", οι Φλαμανδοί καλλιτέχνες συνδύασαν τη δική τους καλλιτεχνική παράδοση με την παράδοση του τενεμπρισμού, που είχε "εισαχθεί" από την Ιταλία. Η εξέλιξη αυτή έγινε σαφής από τον Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς. Από τα τέλη της όψιμης Αναγέννησης η φλαμανδική ζωγραφική βρισκόταν σε μεταβατικό στάδιο μεταξύ των τοπικών φλαμανδικών και των ιταλικών επιρροών. Ο Ρούμπενς ήταν αυτός που έκανε την πρώτη πραγματική απόπειρα να συνοψίσει, να αφομοιώσει και να συγχωνεύσει τις δύο Σχολές, δημιουργώντας ένα νέο ύφος, το οποίο ταίριαζε στα "ευσεβή" έργα τέχνης, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Καθολικής Αντιμεταρρύθμισης της Συνόδου του Τρέντο για τα έργα τέχνης. Το ύφος αυτό επέδρασε ιδιαίτερα ισχυρά στη ζωγραφική των περιοχών βορείως των Άλπεων.[2] Ο όρος "φλαμανδικός" αυτής της καλλιτεχνικής περιόδου καλύπτει περιοχές που δεν ανήκουν στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται "Φλάνδρα", καθώς περιλαμβάνει το Δουκάτο της Βραβάντης και την Αρχιεπισκοπή της Λιέγης.[1] Τον 17ο αιώνα, ωστόσο, η Αμβέρσα ήταν η ηγετική πόλη της καινοτόμου καλλιτεχνικής παραγωγής, κύρια λόγω της παρουσίας του Ρούμπενς. Οι Βρυξέλλες διαδραμάτισαν, επίσης, σημαντικό ρόλο ως η πόλη στην οποία βρισκόταν η Αυλή και η οποία προσείλκυσε τον Ντάβιντ Τένιερς τον νεότερο επίσης κατά τον 17ο αιώνα.

 
Φρανς Χόχενμπεργκ, Το beeldenstorm της 20ής Αυγούστου 1566, κατά το οποίο καταστράφηκαν πολλοί πίνακες και διακοσμητικά ιερών ναών και αργότερα αντικαταστάθηκαν από έργα μανιεριστικά και μπαρόκ

.

Ύστερος μανιερισμόςΕπεξεργασία

Αν και οι πίνακες που δημιουργήθηκαν κατά τα τέλη του 16ου αιώνα ανήκουν, εν γένει, στο ρεύμα του μανιερισμού του Βορρά και της ύστερης Αναγέννησης, προσεγγίσεις που έγιναν από κοινού σε όλη την Ευρώπη έγιναν και εδώ, με κύριους εκπροσώπους τους Όττο φαν Φέιν, Άνταμ φαν Νόορτ, Μέρτεν ντε Φος και την οικογένεια καλλιτεχνών Φράνκεν, ήταν ιδιαίτερα καινοτόμες, σε αυτό το στάδιο, για το φλαμανδικό μπαρόκ. Μεταξύ 1585 και των αρχών του 17ου αιώνα δημιούργησαν πολλές νέες εικόνες για Αγία Τράπεζα προκειμένου να αντικαταστήσουν αυτές που καταστράφηκαν κατά το beeldenstorm του 1566. Κατά την περίοδο αυτή οι Φρανς Φράνκεν ο νεότερος και Γιαν Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος αναδείχθηκαν σε σημαντικές μορφές, ζωγραφίζοντας μικρού μεγέθους εικόνες (αποκαλούνται "cabinet paintings", δηλ, "εικόνες ερμαρίου), στις οποίες συχνά αναπαριστούσαν ιστορικές και μυθολογικές σκηνές.

Η εποχή του ΡούμπενςΕπεξεργασία

Ο Ρούμπενς, ο οποίος μαθήτευσε με τους Όττο φαν Φέιν και Άνταμ φαν Νόορτ, πέρασε οκτώ χρόνια στην Ιταλία (1600–1608), κατά τη διάρκεια των οποίων μελέτησε έργα της κλασικής αρχαιότητας, της ιταλικής Αναγέννησης και των συγχρόνων Άνταμ Ελσχάιμερ και Καραβάτζο. Επιστρέφοντας στην Αμβέρσα δημιούργησε σημαντικό εργαστήριο, στο οποίο εκπαίδευε καλλιτέχνες όπως ο Άντονι βαν Ντάικ και εν γένει ασκώντας πολύ μεγάλη επίδραση στην κατεύθυνση της φλαμανδικής ζωγραφικής.[4] Οι περισσότεροι καλλιτέχνες που δραστηριοποιήθηκαν στην πόλη κατά το πρώτο ήμισυ του 17ου αιώνα είχαν άμεσα επηρεαστεί από το έργο του Ρούμπενς. Τάσεις απομάκρυνσης από το ύφος του Ρούμπενς επέδειξε ο Ντάβιντ Τένιερς ο νεότερος, ο οποίος, ωστόσο, επιδεικνύει σαφέστατα την υιοθέτηση του μπαρόκ.[4]

 
Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς και Φρανς Σνάιντερς: Προμηθεύς Δεσμώτης, 1611-12, Μουσείο Τέχνης Φιλαδέλφεια. Αυτός ο πίνακας αποτελεί παράδειγμα του φλαμανδικού μπαρόκ καθώς και της συνεργασίας εξειδικευμένων καλλιτεχνών: Ο Σνάιντερς, ο οποίος ειδικευόταν στη ζωγραφική ζώων, είναι αυτός που ζωγράφισε τον αετό, ενώ ο Ρούμπενς ζωγράφισε τη μορφή του Προμηθέα.

Εξειδεικεύσεις και συνεργασίεςΕπεξεργασία

Η φλαμανδική τέχνη είναι αξιοσημείωτη για τις πολλές συνεργασίες που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ ανεξάρτητων καλλιτεχνών, οι οποίες εν μέρει οφείλονταν στην τοπική τάση εξειδίκευσης σε κάποιον συγκεκριμένο τομέα. Ο Φρανς Σνάιντερς, για παράδειγμα, ήταν ζωγράφος ζώων, ενώ ο Γιαν Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος έχαιρε μεγάλης εκτίμησης για τα τοπία του και την απεικόνιση φυτών.[4] Και οι δύο καλλιτέχνες, χωρίς να είναι οι μοναδικοί, συνεργάστηκαν με τον Ρούμπενς, ο οποίος συνήθως ήταν αυτός που ζωγράφιζε τις μορφές, αφήνοντας τα υπόλοιπα τμήματα στον εκάστοτε συνεργάτη του.

 
Φρανς Φράνκεν ο νεότερος, Ο Τοίχος των Θησαυρών), 1636. Kunsthistorischesmuseum, Βιέννη. Αυτός ο τύπος πίνακα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των φλαμανδικών καινοτομιών που αναπτύχθηκαν στις αρχές του 17ου αιώνα.

ΚαινοτομίεςΕπεξεργασία

Η ζωγραφική ανθέων (νεκρή φύση), η οποία αναπτύχθηκε περί το 1600 από καλλιτέχνες όπως ο Γιαν Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος[5], ήταν, κατά ένα μέρος, φλαμανδική καινοτομία,[6] η οποία είχε απήχηση στην Ολλανδική Δημοκρατία και στα έργα του Αμπρόσιους Μπόσχερτ(1573–1621).[7] Στην Αμβέρσα, εν τούτοις, αυτό το νέο είδος ζωγραφικής εξελίχθηκε σε πιο εξειδικευμένο είδος (Καθολικής) ζωγραφικής, αυτό με τη γιρλάντα ανθέων γύρω από πορτρέτα ή θρησκευτικές μορφές. Άλλες μορφές ζωγραφικής που σχετίζονται με το φλαμανδικό μπαρόκ είναι οι μνημειώδεις σκηνές κυνηγίου από τους Ρούμπενς και Σνάιντερς και πίνακες που απεικονίζουν πινακοθήκες, με χαρακτηριστικούς ζωγράφους στο είδος τους Βίλλεμ φαν Χεχτ και Ντάβιντ Τένιερς ο νεότερος.

Ιστορικοί πίνακεςΕπεξεργασία

Οι ιστορικοί πίνακες, που περιλαμβάνουν βιβλικά, μυθολογικά και ιστορικά θέματα, θεωρήθηκαν από τους λογίους του 17ου αιώνα ως "η πλέον ευγενής τέχνη". Ο Άμπραχαμ Γιάνσσενς ήταν σημαντικός ζωγράφος ιστορικών θεμάτων στην Αμβέρσα κατά την περίοδο 1600 - 1620, αν και μετά το 1609 ηγετική μορφή στον τομέα ήταν ο Ρούμπενς. Τόσο ο βαν Ντάικ όσο και ο Γιάκομπ Γιόρντενς ζωγράφισαν μνημειώδεις ιστορικές σκηνές. Μετά τον θάνατο του Ρούμπενς ο Γιόρντενς έγινε ο σημαντικότερος εν ζωή Φλαμανδός καλλιτέχνης. Άλλοι αξιοσημείωτοι καλλιτέχνες με αυτή τη θεματολογία είναι οι Γκασπάρ ντε Κράγιερ, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, ο Άρτους Βόλφφορτ, ο Κορνέλις ντε Φος, ο Γιάν Κόσσιερς, ο Τέοντοορ φαν Τούλντεν, ο Άμπραχαμ φαν Ντίπενμπεϊκ και ο Γιαν Μπούκχορστ. Κατά το δεύτερο ήμισυ του 17ου αιώνα οι ζωγράφοι ιστορικών θεμάτων συνδύασαν την "τοπική" επιρροή του Ρούμπενς]] με τη γνώση του κλασικισμού και τα χαρακτηριστικά του ιταλικού μπαρόκ. Σε αυτούς συγκαταλέγονται οι Εράσμους Κουελλίνους ο νεότερος, Γιαν φαν ντεν Χούκε, Πίτερ φαν Λιντ, Κορνέλις Σχουτ και Τόμας Βιλλεμπόιρτς Μπόσχερτ. Προς τα τέλη του αιώνα, αρκετοί καλλιτέχνες επηρεάστηκαν, κατά κύριο λόγο, από τον Άντονι βαν Ντάικ,[8] όπως οι Πίτερ Τάις, Λούκας Φρανσουάς ο νεότερος και καλλιτέχνες που εμπνεύστηκαν από τη θεατρικότητα του όψιμου μπαρόκ, όπως οι Τέοντοορ Μπουάιερμανς και Γιαν Εράσμους Κουελλίνους. Επιπλέον, μια "φλαμανδική παραλλαγή" του καραβατζισμού απεικόνισαν οι Τέοντοορ Ρομπάουτς και Χέραρντ Σέγκερς.

Θρησκευτικά θέματαΕπεξεργασία

Στενά συνδεδεμένος με την εξέλιξη των μπαρόκ εικόνων για Αγία Τράπεζα είναι ο Ρούμπενς. Ζωγραφισμένο για τη Συντεχνία των οπλιτών αρκεβούζιου (arquebus) το τρίπτυχο Η Αποκαθήλωση (1611-14, Καθεδρικός ναός της Αμβέρσας). Οι πτέρυγες να απεικονίζουν την Επίσκεψη της Θεοτόκου στην Ελισάβετ και την Εμφάνιση του Ιησού στον Ναό, ενώ οι εξωτερικές πλευρές παρουσιάζουν τον Άγιο Χριστόφορο με τον ερημίτη, μια σημαντική αναφορά σχετικά με τις αντιλήψεις της Αντιμεταρρύθμισης σχετικά με την Τέχνη συνδυασμένες με τον νατουραλισμό, τον δυναμισμό και τη μνημειακότητα του μπαρόκ.[9] Ο Γάλλος ζωγράφος και κριτικός τέχνης Ροζέ ντε Πιλ (Roger de Piles, 1635 – 1709) αναγράφει ότι "ο ζωγράφος έχει τόσο μπει στο πνεύμα του θέματός του, ώστε η θέαση αυτού του έργου έχει τη δύναμη να αγγίξει ακόμη και τον σκληρόκαρδο και να του εμφυσήσει την εμπειρία της θυσίας του Ιησού Χριστού προκειμένου να γίνει η Απολύτρωση".[10]

 
Άντονι βαν Ντάικ, Πορτρέτο του Καρόλου Α΄ (ο βασιλιάς στο κυνήγι), 1635. Μουσείο του Λούβρου

ΠροσωπογραφίεςΕπεξεργασία

Αν και δεν ήταν κατά κύριο λόγο προσωπογράφος, η συμβολή του Ρούμπενς στα πορτρέτα περιλαμβάνει πρώιμα έργα, όπως το Πορτρέτο της Brigida Spinola-Doria (1606, Πινακοθήκη Τέχνης Ουάσιγκτον), πορτρέτα των δύο συζύγων του και πολυάριθμα πορτρέτα φίλων του αλλά και ευγενών. Πολύ σημαντική ήταν η επιρροή του στην προσωπογραφία του μπαρόκ ύφους, μέσω του μαθητή του Άντονι βαν Ντάικ, ο οποίος έγινε Αυλικός ζωγράφος του Καρόλου Α΄ στην Αγγλία, επηρεάζοντας ισχυρά τους Άγγλους προσωπογράφους. Άλλοι σημαντικοί προσωπογράφοι ήταν οι Κορνέλις ντε Φος και Γιάκομπ Γιόρντενς. Αν και η πλειονότητα των φλαμανδικών πορτρέτων είναι μνημειώδους χαρακτήρα με τους απεικονιζόμενους σε φυσικό μέγεθος, οι Χονζάλες Κόκουες και Χίλλις φαν Τίλμπορχ εξειδικεύτηκαν σε ομαδικές προσωπογραφίες μικρού σχετικά μεγέθους.

 
Άντριεν Μπράουβερ, Το πικρό ποτό, περ. 1630–1640. Οι εκφραστικοί χωρικοί του Μπράουβερ είναι τυπικοί της ρωπογραφίας της καθημερινότητας των απλών ανθρώπων.

ΡωπογραφίεςΕπεξεργασία

Η ρωπογραφία, δηλ. η απεικόνιση σκηνών της καθημερινότητας, αποτελεί διαδεδομένο θέμα κατά τον 17ο αιώνα. Πολλοί καλλιτέχνες ακολούθησαν την παράδοση που δημιούργησε ο Πίτερ Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος απεικονίζοντας σκηνές καθημερινότητας χωρικών, αν και σκηνές από τη ζωή "ευγενέστερων" τάξεων, όπως απεικονίσεις μοντέρνα ντυμένων ζευγαριών σε χορούς ή σε κήπους, είναι επίσης συνηθισμένο θέμα. Ο Άντριεν Μπράουβερ, του οποίου οι μικροί σε μέγεθος πίνακες συχνά απεικονίζουν χωρικούς να καυγαδίζουν ή να πίνουν, είχε ιδιαίτερη επιρροή στους μεταγενέστερους καλλιτέχνες. Εικόνες μιας γυναίκας που ασχολείται με το νοικοκυριό έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς στη βόρεια Ολλανδία από τους Πίτερ ντε Χόοχ και Γιοχάνες Βερμέερ, αλλά δεν αποτελούσαν ιδιαίτερα σημαντικό θέμα στον νότο, αν και καλλιτέχνες όπως ο Γιάν Σίμπερεχτς το διερεύνησαν ως έναν βαθμό.

Η παράδοση του ΜπρίγκελΕπεξεργασία

Η φλαμανδική ρωπογραφία είναι στενά συνδεδεμένη με την παράδοση που δημιούργησε ο Πίτερ Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος, ζωγραφίζοντας με ύφος που "πέρασε" απευθείας στον 17ο αιώνα μέσω αντιγράφων αλλά και νέων συνθέσεων από τους γιους του, Πίτερ Μπρίγκελ του νεότερου και Γιαν Μπρίγκελ του πρεσβύτερου. Πολλοί από αυτούς τους πίνακες απεικονίζουν "kermis", δηλ. λειτουργία και εκδηλώσεις για τη θεμελίωση ενός ιερού ναού (ή μιας ενορίας) και προς τιμήν του πάτρονα, σκηνές με χωρικούς που παίρνουν μέρος σε διασκεδάσεις που λαμβάνουν χώρα σε εξωτερικούς χώρους και παρουσιάζονται υπό υπερυψωμένη γωνία θέασης. Καλλιτέχνες στην Ολλανδική Δημοκρατία, όπως οι γεννημένοι στη Φλάνδρα Ντάβιντ Φίνκμποονς και Ρούλαντ Σάβεραϊ δημιούργησαν επίσης παρόμοια έργα, καθιστώντας δημοφιλείς αγροτικές σκηνές της καθημερινότητας, στενά συνδεδεμένες τόσο με τη φλαμανδική όσο και την ολλανδική ζωγραφική.

Ο Άντριεν Μπράουβερ και οι οπαδοί τουΕπεξεργασία

Ο Άντριεν Μπράουβερ τυπικά ζωγράφιζε μικρού μεγέθους πίνακες με σκηνές που απεικονίζουν τραχείς χωρικούς να καυγαδίζουν, να μεθοκοπούν και εν γένει εμφανίζουν υπερβολική και αγενή συμπεριφορά.[11] Γεννημένος στο Άουντενααρντε της Φλάνδρας (σήμερα στο Βέλγιο), δραστηριοποιήθηκε κατά τη δεκαετία του 1620 στο Άμστερνταμ και στο Χάαρλεμ, όπου επηρεάστηκε από τους Φρανς Χαλς και Ντιρκ Χαλς όπως και άλλους καλλιτέχνες που ήταν πιο "χαλαροί" στον τρόπο ζωγραφικής τους. Επιστρέφοντας στην Αμβέρσα, περί το 1631 ή 1632, εισήγαγε μια νέα φόρμα, η οποία άσκησε ιδιαίτερη επιρροή σε μεταγενέστερους καλλιτέχνες, ζωγραφίζοντας το θέμα του σε εσωτερικό χώρο και όχι σε εξωτερικό, όπως ως τότε συνηθιζόταν. Ζωγράφισε, επίσης, εκφραστικές μελέτες επί των εκφράσεων του προσώπου, με κυριότερο δείγμα Το πικρό ποτό, αντιπροσωπευτικό, επίσης, του είδους προσωπογραφίας που αποκλήθηκε tronies (από την ολλανδική λέξη για το πρόσωπο). Η τέχνη του Μπράουβερ έτυχε σημαντικής αναγνώρισης εν όσω ζούσε, ενώ άσκησε μεγάλη επιρροή στη φλαμανδική τέχνη. Ο Ρούμπενς κατείχε περισσότερα έργα του από οποιουδήποτε άλλου ζωγράφου, ενώ καλλιτέχνες όπως οι Ντάβιντ Τένιερς ο νεότερος[4], Γιαν φαν ντε Φέννε, Γιόος φαν Κρέσμπεϊκ και Ντάβιντ Ράικερτ ΙΙΙ συνέχισαν να ζωγραφίζουν με παρόμοιο τρόπο.

Σκηνές με "κομψές συντροφιές"Επεξεργασία

Πϊνακες που απεικονίζουν κομψά ζευγάρια, ντυμένα με την τελευταία λέξη της (τότε) μόδας, συχνά με υποφώσκον το θέμα του έρωτα ή των πέντε αισθήσεων είναι σχετικά συχνοί στη φλαμανδική ζωγραφική της περιόδου. Κυριότεροι εκπρόσωποι είναι οι Χιερόνυμους Φράνκεν ΙΙ, Λουί ντε Κωλλερύ, Ντάβιντ Τένιερς ο νεότερος, και Ντάβιντ Ράικερτ ΙΙΙ. Ο Κήπος του Έρωτα του Ρούμπενς (1634-5, σήμερα στο Μουσείο Πράδο), εντάσσεται στην παράδοση αυτή.

Μνημειακές ρωπογραφίεςΕπεξεργασία

Ενώ οι πίνακες με "κομψές συντροφιές" και τα έργα του Μπράουβερ και των οπαδών του ήταν συνήθως μικρών διαστάσεων, άλλοι καλλιτέχνες συμβουλεύονταν τα έργα του Καραβάτζο για να αντλήσουν έμπνευση και ζωγράφιζαν μεγάλων διαστάσεων πίνακες, "θεατρικής" έμπνευσης, στους οποίους μουσικοί, χαρτοπαίκτες και μάντεις βρίσκονται στο προσκήνιο της σύνθεσης. Οι πίνακες αυτοί, όπως και άλλοι των καραβατζιστών, είναι ζωγραφισμένοι με εντυπωσιακά εφέ φωτισμού. Οι Άνταμ ντε Κόστερ, Χέραρντ Σέγκερς και Τέοντοορ Ρομπάουτς είναι οι κυριότεροι εκπρόσωποι αυτού του δημοφιλούς, κατά τις αρχές του 17ου αιώνα, ύφους, το οποίο έγινε δημοφιλές και σε άλλες χώρες από Ιταλούς οπαδούς του Καραβάτζο, όπως ο Μπαρτολομέο Μανφρέντι και οι Καραβατζιστές της Ουτρέχτης, όπως ο Χέρριτ φαν Χόντχορστ. Ο Ρομπάουτς επηρεάστηκε επίσης από τον Δάσκαλό του, Άμπραχαμ Γιάνσσενς, ο οποίος είχε αρχίσει να ενσωματώνει στοιχεία και επιδράσεις από τον Καραβάτζο στους ιστορικούς πίνακες που δημιουργούσε κατά την πρώτη δεκαετία του 17ου αιώνα.

 
Γιάκομπ Γιόρντενς, Ο βασιλέας πίνει. Ο Γιόρντενς ήταν ιδιαίτερα γνωστός για τους μεγάλων διαστάσεων πίνακές του με ηθικοπλαστικές ρωπογραφίες, όπως αυτός με την απεικόνιση της εορτής των Θεοφανίων.

Γιάκομπ ΓιόρντενςΕπεξεργασία

Ο Γιόρντενς έγινε ο σημαντικότερος ζωγράφος της Αμβέρσας μετά τον θάνατο του Ρούμπενς το 1640. Είναι γνωστός για τις μνημειακών διαστάσεων ρωπογραφίες του με θέματα όπως Ο βασιλέας πίνει, Κατά μάνα, κατά κύρη, κατά γιο και θυγατέρα (και οι δύο πίνακες σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου). Πολλοί από τους πίνακες αυτούς χρησιμοποιούν συνθετικές και φωτιστικές τεχνικές παρόμοιες με αυτές των "καραβατζιστών", ενώ ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε τη θεματολογία του ενέπνευσε πολλούς Ολλανδούς καλλιτέχνες, όπως ο Γιαν Στέιν.

Σκηνές μάχηςΕπεξεργασία

Ένας άλλος τύπος ζωγραφικής που επινοήθηκε στις Κάτω Χώρες ήταν αυτός που απεικόνιζε τοπία με ιστορικές ή φανταστικές μάχες, αψιμαχίες ή και ληστείες. ο Σεμπάστιαν Φρανξ και ο μαθητής του Πίτερ Σνάιερς είχαν εξειδικευτεί στον τύπο αυτό της ζωγραφικής, ενώ ο μαθητής του Σνάιερς Άνταμ Φρανς φαν ντερ Μέλεν συνέχισε να ζωγραφίζει παρόμοιους πίνακες στην Αμβέρσα, στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι ως το τέλος του αιώνα.

 
Μίχιελ Σβέιρτς, Αγώνας πάλης, 1649. Κρατική Πινακοθήκη Καρλσρούης. Το ύφος του Σβέιρτς είναι ιδιαίτερα επηρεασμένο από την παραμονή του στη Ρώμη και στο έργο αυτό συνδυάζει αγροτικά θέματα με κλασικές στάσεις σωμάτων και ιταλικούς χρωματισμούς.

Οι Bamboccianti και ο ιταλικός κλασικισμόςΕπεξεργασία

Ακολουθώντας μακροχρόνια παράδοση, πολλοί καλλιτέχνες από τον Βορρά ταξίδεψαν στην Ιταλία κατά τον 17ο αιώνα και αρκετοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν στη Ρώμη, όπου δραστηριοποιήθηκαν ως ζωγράφοι. Επονομάστηκαν Bamboccianti και εξειδικεύτηκαν σε απεικονίσεις σκηνών της καθημερινής ζωής στη Ρώμη και στις γύρω αγροτικές περιοχές[12]. Οι πίνακες αυτοί χαρακτηρίζονται από τους χρωματισμούς της campagna romana, δηλ. της εξοχής που περιβάλλει τη Ρώμη. Σε γενικές γραμμές, η ρωπογραφία δεν ήταν ευρέως αποδεκτή στην Ιταλία, ιδιαίτερα από επίσημους οργανισμούς, όπως η "Ακαδημία του Αγίου Λουκά" (αντίστοιχο της Συντεχνίας του Αγίου Λουκά στις Κάτω Χώρες), γι' αυτό το λόγο πολλοί από τους Φλαμανδούς και Ολλανδούς καλλιτέχνες εντάχθηκαν και στη "Συντεχνία" των Bentvueghels (=φλαμ. πουλιά με ένα φτερό) ή Schildersbent (φατρία των ζωγράφων), η οποία δρούσε τοπικά ως Συντεχνία, αλλά είναι περισσότερο γνωστή για τον "μποέμικο" τρόπο ζωής των μελών της και τις εκδηλώσεις τους όπου μεθοκοπούσαν). Ωστόσο είναι αυτή που πέτυχε την προσέγγιση Ολλανδών και Φλαμανδών, που μοιράζονταν τα ίδια ενδιαφέροντα και παρόμοιες παραδόσεις.

Τοπιογραφίες και θαλασσογραφίεςΕπεξεργασία

Πρώιμη τοπιογραφίαΕπεξεργασία

Ο πλέον νεωτεριστής ζωγράφος στην τοπιογραφία ήταν ο Χίλλις φαν Κόνινξλοο στα τέλη του 16ου αιώνα στην Αμβέρσα. Αυτός ήταν που υιοθέτησε μια πιο φυσική απεικόνιση, αντικαθιστώντας αυτήν που επονομάστηκε "παγκόσμιο τοπίο" και είχε γίνει δημοφιλής από καλλιτέχνες όπως ο Γιοάχιμ Πατινίρ. Ο Κόνινξλοο κατέλιπε ισχυρή επιρροή στην τοπιογραφία του Βορρά, ιδιαίτερα με τα έργα του την περίοδο που δραστηριοποιήθηκε στο Άμστερνταμ, ενώ ήταν από τα πρώτα μέλη της αποκαλούμενης "Σχολής του Φράνκενταλ", όπως ο Φλαμανδός Άντον Μιρού και ο γερμανικής καταγωγής Πίτερ Σχάουμπρουκ (Pieter Schoubroeck). Τοπία με δάση και βουνά ζωγράφισαν οι Άμπραχαμ Χόβερτς, Αλεξάντερ Κέιρινξ, Χάισμπρεχτ Λέυτενς, Τομπίας Φερχέχτ και Γιόος ντε Μόμπερ. Ο Πάουλ Μπριλ εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, όπου έγινε γνωστός ως τοπιογράφος και διακόσμησε πολυτελείς κατοικίες ενώ δημιούργησε μικρού μεγέθους πίνακες (cabinet paintings) με τοπία.

 
Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, Τοπίο με θέα το "Het Steen", 1636

Ο Ρούμπενς και οι μετά αυτόν ζωγράφοιΕπεξεργασία

Οι Γιαν Βίλντενς και Λούκας φαν Ούντεν ζωγράφισαν φυσικά τοπία εμπνευσμένοι από τον Ρούμπενς και συνεργάστηκαν συχνά με ζωγράφους εξειδικευμένους σε απεικόνιση ανθρώπων και ζώων προκειμένου να συμπληρώσουν το παρασκήνιο Ο Ρούμπενς στράφηκε στην τοπιογραφία κατά τη δεκαετία του 1630, εστιάζοντας στην περιοχή γύρω από την εξοχική κατοικία - κάστρο του, το "Het Steen", το οποίο απεικόνισε σε πίνακα με τίτλο Τοπίο με θέα το "Het Steen", έργο που σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνου.

ΘαλασσογραφίεςΕπεξεργασία

Οι μικρού μεγέθους θαλασσογραφίες ήταν ένα ακόμη δημοφιλές θέμα. Καλλιτέχνες όπως ο Μποναβεντούρα Πέιτερς ζωγράφισαν ναυαγισμένα σκάφη και απόψεις πλοίων στη θάλασσα, καθώς και φανταστικές απόψεις εξωτικών λιμένων. Ο Χέντρικ φαν Μίντερχαουτ, ο οποίος ήταν από το Ρόττερνταμ και είχε εγκατασταθεί στην Αμβέρσα, συνέχισε αυτό το τελευταίο θέμα συγχρονίζοντας τα έργα του με τις εξελίξεις της θαλασσογραφίας στην Ολλανδική Δημοκρατία.

Ζωγραφική αρχιτεκτονημάτωνΕπεξεργασία

Οι αρχιτεκτονικές απόψεις εσωτερικών χώρων, συνήθως ιερών ναών, εξελίχθηκαν από τα έργα του καλλιτέχνη του τέλους του 17ου αιώνα Χανς Φρέντεμαν ντε Φρις. Πολλές από τις απεικονίσεις του αναφέρονται σε πραγματικούς χώρους. Ο Πίτερ Νέιφς ο πρεσβύτερος δημιούργησε πολυάριθμες απόψεις με το εσωτερικό του Καθεδρικού ναού της Αμβέρσας. Ο Χέντρικ φαν Στέινβαϊκ ο νεότερος, από την άλλη, μιμήθηκε τον Φρέντεμαν ντε Φρις, ζωγραφίζοντας φανταστικούς εσωτερικούς χώρους. Το είδος αυτό της ζωγραφικής συνεχίστηκε και κατά τον 17ο αιώνα, κυρίως από τους Φλαμανδούς Άντον Γκέρινγκ και Βίλλεμ Σούμπερτ φαν Έρενμπερχ, αλλά τα φλαμανδικά έργα δεν εμφανίζουν το ίδιο επίπεδο νεωτερικότητας που συναντάται στα έργα των Ολλανδών, όπως οι Πίτερ Σένρενταμ και Εμάνουελ ντε Βίττε.[13]

 
Ντάβιντ Τένιερς ο νεότερος, Η πινακοθήκη του Αρχιδούκα Λέοπολντ Βίλλεμ στις Βρυξέλλες. Ο Τένιερς τεκμηρίωσε τη συλλογή του Αρχιδούκα με το έργο αυτό, εν όσω ήταν Αυλικός ζωγράφος στις Βρυξέλλες.

Πίνακες με πινακοθήκες και συλλογές έργωνΕπεξεργασία

Εικόνες που απεικονίζουν πινακοθήκες εμφανίστηκαν στην Αμβέρσα περί το 1610 και αναπτύχθηκαν - όπως και οι πίνακες με αρχιτεκτονικά εσωτερικά, από τον Χανς Φρέντεμαν ντε Φρις.[14] Ένας από τους πρωιμότερους νεωτεριστές του νέου αυτού είδους ζωγραφικής ήταν ο Φρανς Φράνκεν ο νεότερος, ο οποίος εισήγαγε τη μορφή αυτών των απεικονίσεων που έγιναν γνωστές ως Preziosenwand (ο τοίχος των θησαυρών). Στις απεικονίσεις αυτές χαρακτικά, πίνακες, γλυπτά, σχέδια, καθώς και συλλεκτικά αντικείμενα από τον φυσικό κόσμο, όπως κοχύλια και άνθη, βρίσκονται συγκεντρωμένα στο παρασκήνιο μπροστά από ένα τοίχο, ο οποίος αντιπροσωπεύει ερμάρια με περίεργα αντικείμενα. Μια παρόμοια παραλλαγή αυτών των συλλογών καλλιτεχνικής ευρωστίας είναι η σειρά των πέντε αισθήσεων που δημιούργησαν τόσο ο Γιαν Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος όσο και ο Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς. Ο Βίλλεμ φαν Χεχτ (1593–1637) ανέπτυξε μιαν άλλη παραλλαγή, στην οποία τα έργα τέχνης παρουσιάζονται σε μια φανταστική πινακοθήκη, ενώ οι γνώστες και οι λάτρεις της τέχνης τους αποθαυμάζουν. Ο Ντάβιντ Τένιερς ο νεότερος Η πινακοθήκη του Αρχιδούκα Λέοπολντ Βίλλεμ στις Βρυξέλλες τεκμηρίωσε τη συλλογή του Αρχιδούκα Λέοπολντ Βίλλεμ με το έργοΗ πινακοθήκη του Αρχιδούκα Λέοπολντ Βίλλεμ στις Βρυξέλλες, εν όσω ήταν Αυλικός ζωγράφος στις Βρυξέλλες, όπου περιλαμβάνονταν έργα Ιταλών δημιουργών, καθώς και έναν τυπωμένο κατάλογο, τον Theatrum Pictorium. Αυτού του τύπου οι πίνακες έχουν ερμηνευτεί ως ένα είδος οπτικής θεωρίας της τέχνης.[15] Παρόμοιοι πίνακες συνέχισαν να δημιουργούνται στην Αμβέρσα από τους Χέραρντ Τόμας και Μπαλτάσαρ φαν ντεν Μπόσχε, αποτελώντας τον "πρόγονο" της λεγόμενης 'veduta" (ιταλ. = άποψη μεγάλοι λεπτομερείς πίνακες που απεικονίζουν τοπία) στην Ιταλία και τις πινακοθήκες του Τζοβάννι Πάολο Παννίνι.

 
Γιαν Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος, Νεκρή φύση με άνθη, 1606/7. Ο Μπρίγκελ ήταν νεωτεριστής του είδους της νεκρής φύσης με άνθη.

Νεκρές φύσεις και απεικονίσεις ζώωνΕπεξεργασία

Ζωγραφική ανθέωνΕπεξεργασία

Ο Γιαν Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος ήταν ένας από τους σημαντικότερους καινοτόμους στη ζωγραφική νεκρών φύσεων με άνθη περί το 1600.[6] Οι πίνακες αυτοί, που ήταν προϊόν προσεκτικών παρατηρήσεων και συνθέσεων, ήταν φανταστικά δημιουργήματα με λουλούδια που ανθίζουν σε διαφορετικές εποχές του έτους.[6] Έγιναν δημοφιλείς στους κυριότερους πάτρονες και στους ευγενείς σε ολόκληρη την Ευρώπη και, εν γένει, φέρουν ένα υποκείμενο μοτίβο "Vanitas"[16]. Οι συνθέσεις των πινάκων του Μπρίγκελ επηρέασαν, επίσης, μεταγενέστερους ανάλογους πίνακες Ολλανδών δημιουργών.[17] Οι γιοι του Μπρίγκελ, Γιαν Μπρίγκελ ο νεότερος και Αμπρόσιους Μπρίγκελ ήταν επίσης σπεσιαλίστες στη ζωγραφική ανθέων. Ο Οσίας Μπέερτ ήταν ένας ακόμη ζωγράφος ανθέων στις αρχές του 17ου αιώνα. Οι πίνακές του έχουν πολλές ομοιότητες με αυτούς των συγχρόνων του από τη βόρεια Ευρώπη, όπως ο Αμπρόσιους Μπόσχερτ.[17]

Πίνακες με γιρλάντεςΕπεξεργασία

Στενά συνδεδεμένο με το προηγούμενο είδος είναι αυτό των πινάκων με γιρλάντες ανθέων, που επινοήθηκε από τον Γιαν Μπρίγκελ σε συνεργασία με τον Καρδινάλιο Φεντερίκο Μπορρομέο του Μιλάνου.[18] Οι πρώιμες δημιουργίες παρόμοιων πινάκων, όπως αυτός που προέκυψε από τη συνεργασία Μπρίγκελ - Ρούμπενς (σήμερα στην Παλαιά Πινακοθήκη του Μονάχου και απεικονίζει την Παναγία με τον Ιησού βρέφος να περιβάλλονται από μια γιρλάντα ανθέων. Ερμηνεύτηκαν ως σαφείς απεικονίσεις για την Αντιμεταρρύθμιση, με τα άνθη να τονίζουν τη λεπτότητα Παναγίας και Χριστού - εικόνες που καταστράφηκαν σε μεγάλους αριθμούς κατά τη διάρκεια του Beeldenstorm του 1566.[19] Ο μαθητής του Μπρίγκελ, Ιησουΐτης ζωγράφος Ντάνιελ Σέγκερς ζωγράφισε πολλά έργα αυτού του είδους για πελάτες και σε άλλες χώρες.[20] Στις όψιμες παραλλαγές αυτού του είδους, η Παναγία και ο Χριστός έχουν αντικατασταθεί από γλυπτές εσοχές, ακόμη και από παγανιστικά θέματα.

 
Οσίας Μπέερτ, Νεκρή φύση με στρείδια, περ. 1610, Κρατική Πινακοθήκη Στουτγάρδης. Οι νεκρές φύσεις του Μπέερτ είναι τυπικές του είδους "πρωινό γεύμα" που δημιουργήθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα.

Νεκρές φύσεις με πρωινό (γεύμα) και συμπόσιαΕπεξεργασία

Ο ontbijtje (= φλαμ. "μικρό πρωινό") είναι τύπος νεκρής φύσης που έγινε δημοφιλής στη Φλάνδρα και στην Ολλανδία. Παρουσιάζει μια ποικιλία σκευών καθώς και τρόφιμα, όπως τυριά και ψωμί, σε ουδέτερο παρασκήνιο. Οι Οσίας Μπέερτ, Κλάρα Πέιτερς , Κορνέλις Μάχου και Γιάκομπ Φόππενς φαν Ες ήταν οι καλλιτέχνες που δημιούργησαν πίνακες αυτού του τύπου. Πιο περίτεχνος ήταν ο τύπος της νεκρής φύσης που αποκλήθηκε pronk (=φλαμ. πολυτελής). Ο τύπος αυτός αναπτύχθηκε στην Ολλανδική Δημοκρατία και τον μεταβίβασε στην Αμβέρσα ο Γιαν Ντάβιντς ντε Χέιμ. Οι πίνακες αυτοί απεικονίζουν σε μεγαλύτερη κλίμακα από τους προηγούμενους, πολύπλοκες συνθέσεις ακριβών αντικειμένων, σπάνιων φαγητών και χυμωδών φρούτων. Αυτού του τύπου οι πίνακες συνδέονται με την vanitas και την κεντρική ιδέα της παροδικότητας.

 
Φρανς Σνάιντερς, Το κελάρι, περ. 1620

Νεκρές φύσεις με ζώαΕπεξεργασία

Ο Φρανς Σνάιντερς ζωγράφισε μεγάλες νεκρές φύσεις εστιάζοντας σε κυνηγετική λεία και σε ζώα. Οι συνθέσεις του, όπως και του οπαδού του Άντριεν φαν Ούτρεχτ έχουν ως πρότυπο πίνακες του 16ου που είχαν δημιουργήσει οι Πίτερ Έρτσεν και Γιοάχιμ Μπεκελάερ, αλλά εισάγουν σε αυτή την παράδοση τη μνημειακότητα του όψιμου μπαρόκ.[21] Μεταγενέστεροι καλλιτέχνες, όπως οι Γιαν Φάιτ και Πίτερ Μπουλ εξέλιξαν περισσότερο αυτόν τον τύπο, προσθέτοντας αξιοσημείωτο "μίγμα" ζώντων ζώων και κυνηγετικής λείας. Αυτοί οι πίνακες συνδέονται με τους πίνακες που απεικονίζουν σκηνές κυνηγίου, που είχαν γίνει της μόδας στη φλαμανδική ζωγραφική κατά τον 17ο αιώνα.

 
Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, το κυνήγι της τίγρης και του λιονταριού, περ. 1617–1618. Μουσείο Καλών Τεχνών της Ρεν. Ο πίνακας αυτός είναι τυπικός των "εξωτικών" κυνηγετικών σκηνών και ζωγραφίστηκε στο διάστημα μεταξύ 1615 - 1625.

Σκηνές κυνηγίουΕπεξεργασία

Ο Ρούμπενς είναι αυτός που εισήγαγε τις μνημειώδεις σκηνές κυνηγίου στη φλαμανδική ζωγραφική, απεικονίζοντας, σε μεγάλη κλίμακα, σκηνή κυνηγίου εκ του σύνεγγυς, εμπνευσμένη από την κλασική αρχαιότητα αλλά και τον πίνακα του Λεονάρντο ντα Βίντσι Η μάχη του Ανγκιάρι (του οποίου ο Ρούμπενς είχε φιλοτεχνήσει και αντίγραφο). Στα έργα αυτά απεικονίζονται τόσο κυνηγετικές εξορμήσεις ευγενών, όπως Το κυνήγι του λύκου και της αλεπούς (Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης (Νέα Υόρκη)) και εξωτικές κυνηγετικές σκηνές, όπως Το κυνήγι του λιονταριού (Παλαιά Πινακοθήκη (Μόναχο). Οι Φρανς Σνάιντερς και Πάουλ ντε Φος δημιούργησαν παρόμοιους μεγάλης κλίμακας πίνακες, που διακρίνονται από τα έργα του Ρούμπενς καθώς εστιάζουν στα ζώα και δεν υπάρχει σε αυτούς ανθρώπινη παρουσία.

Πίνακες ερμαρίουΕπεξεργασία

Χαρακτηρίζονται ως "πίνακες ερμαρίου" σχετικά πολύπλοκα έργα μικρών διαστάσεων, στα οποία συνήθως απεικονίζονται ιστορικά και βιβλικά θέματα και δημιουργήθηκαν σε μεγάλους αριθμούς στις νότιες Κάτω Χώρες κατά τον 17ο αιώνα. Πολλοί είναι δημιουργήματα ανώνυμων καλλιτεχνών, αλλά ζωγράφοι όπως οι Γιαν Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος, Χέντρικ φαν Μπάλεν, Φρανς Φράνκεν ο νεότερος και Χέντρικ ντε Κλερκ ήταν πετυχημένοι στο είδος αυτό ζωγραφικής κατά το πρώτο ήμισυ του 17ου αιώνα. Οι καλλιτέχνες αυτοί, όπως και οι οπαδοί του Άνταμ Ελζχάιμερ, όπως ο Ντάβιντ Τένιερς ο πρεσβύτερος, παρέμειναν προσκολλημένοι στις υφολογικές τάσεις του μανιερισμού. Εν τούτοις, ο Ρούμπενς επηρέασε σημαντικό αριθμό μεταγενέστερων καλλιτεχνών, που υιοθέτησαν το ύφος μπαρόκ στα έργα τους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι Φρανς Βάουτερς, Γιαν Τόμας φαν Ιεπέρεν, Σίμον ντε Φος, Πίτερ φαν Λιντ και Βίλλεμ φαν Χερπ. Οι μικροί αυτοί πίνακες ήταν ευρέως εμπορεύσιμοι ανά την Ευρώπη και, μέσω Ισπανίας, και στη Λατινική Αμερική.[22]

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Vleighe, p. 1.
  2. 2,0 2,1 Encyclopedia of Art History
  3. Carol Strickland, John Boswell, The Annotated Mona Lisa: A Crash Course in Art History from Prehistoric to Post-Modern, Andrews McMeel Publishing, 2007, σελ. 50
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Πανεπιστήμιο Fordham, Honors Art at the Met, Period Style: Flemish Baroque
  5. Encyclopedia Britannica, Flemish Art
  6. 6,0 6,1 6,2 Vlieghe, pp. 207–212.
  7. Slive, p. 279.
  8. Vlieghe, pp. 98–104.
  9. Belkin, pp. 113–121.
  10. Martin, Baroque, pp. 20–21.
  11. Encyclopedia of Art History
  12. Levine, David A. (December 1988). "The Roman Limekilns of the Bamboccianti". The Art Bulletin. College Art Association. 70 (4): 569–589.
  13. Vlieghe, pp. 200–202.
  14. Vlieghe, p. 202.
  15. Vlieghe, pp. 202–206.
  16. Τύπος πίνακα νεκρής φύσης του 17ου αιώνα, στον οποίο περιέχονται σύμβολα που σχετίζονται με τον θάνατο ή σημαντικές αλλαγές στη ζωή, ως υπενθύμιση του αναπόφευκτού τους.
  17. 17,0 17,1 Vlieghe, p. 208.
  18. David Freedberg, "The Origins and Rise of the Flemish Madonnas in Flower Garlands, Decoration and Devotion", Münchener Jahrbuch der bildenden Kunst, xxxii, 1981, pp. 115–150.
  19. Freedberg (1981), ό.π.
  20. Vlieghe, p. 209.
  21. Vlieghe, pp. 211–216.
  22. Vlieghe, pp. 105–114.

ΠηγέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία