Ο Εθνικός Διχασμός (1915-1917) υπήρξε μία σειρά γεγονότων που επικεντρώνονται στη διένεξη μεταξύ του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας, Ελευθερίου Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ σχετικά με την είσοδο ή μη της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα κύρια γεγονότα της διένεξης αφορούν διαδοχικά την παραίτηση του Βενιζέλου, τη δημιουργία ξεχωριστού κράτους με πρωτοβουλία του στην Βόρεια Ελλάδα με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη και την εκδίωξη του Κωνσταντίνου από την Ελλάδα μετά από στρατιωτική παρέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ. Η διένεξη αυτή χώρισε την χώρα σε δύο διαφορετικά στρατόπεδα και προκάλεσε εξαιρετικά βαθύ χάσμα στην ελληνική κοινωνία μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά. Ορισμένα ίχνη του Διχασμού παρέμειναν στην κοινωνία για πολλές δεκαετίες μετέπειτα και εκτός άλλων οδήγησαν στην έκπτωση της μοναρχίας στην Ελλάδα, με το δημοψήφισμα του 1974. Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν πως η έλλειψη εθνικής ομόνοιας κατά την εξαιρετικά δύσκολη και πολυδάπανη Μικρασιατική εκστρατεία έπαιξε σημαντικό ρόλο στη τραγική κατάληξή της, τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Αίτια-ΠροοίμιοΕπεξεργασία

 
Κωνσταντίνος Α΄
 
Ελευθέριος Βενιζέλος

Ως κύριο αίτιο του Εθνικού Διχασμού θεωρείται η ριζική διαφορά απόψεων σχετικά με τη στάση της Ελλάδας κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στην κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και τον Βασιλιά Κωνσταντίνου του Α΄. Ο Κωνσταντίνος επέμενε να καθορίζει αυτός και όχι η εκλεγμένη κυβέρνηση την εξωτερική πολιτική της χώρας, γεγονός που τον οδήγησε σε ανοικτή σύγκρουση με τον Βενιζέλο. Βάσει του Συντάγματος του 1911 οι δικαιοδοσίες του ήταν περιορισμένες, όμως η επιρροή του στους συντηρητικούς πολιτικούς της εποχής ήταν παραπάνω από έντονη. Κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, στον οποίο ηττήθηκε η ελληνική πλευρά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήταν αρχιστράτηγος του στρατού σε ηλικία 29 ετών και θεωρήθηκε υπεύθυνος για την αποδιοργάνωση του στρατού που αποτελούσε φέουδο των πριγκήπων της βασιλικής οικογένειας. Το 1909 ξέσπασε το κίνημα στο Γουδί, που οργάνωσε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, με κύρια αιτήματα πολιτικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις και την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισμό του στρατού, περιλαμβανομένης της αποχώρησης του Διαδόχου και των πριγκίπων από την διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Στο πρόσωπο του Βενιζέλου το στρατιωτικό κίνημα βρήκε τον κύριο εκφραστή του, τον οποίο και κάλεσε από την Κρήτη για να αναλάβει την εκπροσώπηση του κινήματος. Μετά τις εκλογές του 1910 ανέλαβε και πρωθυπουργός της χώρας.

Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων, ο Κωνσταντίνος τέθηκε επικεφαλής του στρατεύματος. Οι αλλεπάλληλες επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού οφείλονταν κυρίως στους διπλωματικούς χειρισμούς της πολιτικής ηγεσίας (συμμαχία με Βουλγαρία και Σερβία το καλοκαίρι του 1912) και στον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών. Στα παρασκήνια εκείνο το διάστημα δημιουργήθηκε το πρώτο χάσμα στις σχέσεις Κωνσταντίνου-Βενιζέλου, μιας και ο διάδοχος μετά τη μάχη στο Σαραντάπορο έθεσε ως προτεραιότητα την προώθηση προς Μοναστήρι (φοβούμενος ότι ο οθωμανικός στρατός θα υποχωρούσε προς τα εκεί και ο ελληνικός θα κινδύνευε να κυκλωθεί στη συνέχεια[1]), ενώ ο πρωθυπουργός τον καλούσε να καταλάβει το συντομότερο δυνατό τη Θεσσαλονίκη (τηλεγραφική διαταγή υπουργού Στρατιωτικών Βενιζέλου την 25η Οκτωβρίου 1912: "Σας καθιστώ υπεύθυνον προσωπικά δια την βραδύτητα με την οποία διεξάγετε τις επιχειρήσεις, αι οποίαι κινδυνεύουν να φέρουν τους Βουλγάρους πρώτους εις Θεσσαλονίκην".) Τελικά όμως ο κύριος όγκος του τουρκικού στρατού υποχώρησε προς τη Θεσσαλονίκη. Το συγκεκριμένο γεγονός, και ο εκνευρισμός που προκλήθηκε, παρέμεινε γνωστό τότε σε περιορισμένους πολιτικούς και στρατιωτικούς κύκλους.

Μετά και το τέλος και του Δεύτερου Βαλκανικού, στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη συνθήκη του Βουκουρεστίου, ο Βενιζέλος επικρίθηκε σφόδρα από την αντιπολίτευση για την επιστροφή-παράδοση της δυτικής Θράκης στη Βουλγαρία. Ο ίδιος στη βουλή έκανε λόγω για την ανάγκη εξευμενισμού της Βουλγαρίας, αλλά και για τη θεωρία της "σπονδυλικής στήλης".[2]

Α'Παγκόσμιος ΠόλεμοςΕπεξεργασία

Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βενιζέλος επεδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ πιστεύοντας πως ήρθε η ώρα «εκπλήρωσης της Μεγάλης Ιδέας». δηλ. η Ελλάδα όχι μόνο να διατηρούσε τα κέρδη της από τους Βαλκανικούς πολέμους αλλά και να επέκτεινε τα σύνορα της. Παρέβλεπε όμως το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες είχαν κουραστεί από τους συνεχείς πολέμους. Οι Αγγλογάλλοι απέβλεπαν στη συμμαχία της Βουλγαρίας και ουδετερότητα της Τουρκίας και απέρριπταν, προς το παρόν, τις προτάσεις του Βενιζέλου. Η μεγαλύτερη μερίδα της μεγαλοαστικής τάξης, ιδίως της διασποράς, προσδοκούσε να ενταχθεί (όπως έλεγε) σε μία «μεγάλη και ισχυρή Ελλάδα».

Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε δεχθεί έκκληση από τον Γερμανό Κάιζερ να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικράτησης στα Βαλκάνια» με αντίδωρο το Μοναστήρι. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε επηρεαστεί από τη γερμανική κουλτούρα, ενώ είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ, ο οποίος του είχε απονείμει και τον βαθμό του Στρατάρχη του γερμανικού στρατού και είχε βοηθήσει την Ελλάδα να διατηρήσει τα απελευθερωμένα κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους εδάφη και ιδιαίτερα την Καβάλα. Παρά ταύτα, υπολόγιζε και την δύναμη της Αντάντ, έχοντας υπόψιν του πως η Ελλάδα ήταν ευπρόσβλητη στον αγγλογαλλικό στόλο, ούτε μπορούσε να αποδεχτεί τη σύμπραξη με την Τουρκία. Μάλιστα είπε "Να έχετε υπόψη σας πως δεν υποστηρίζω πως δεν θα βγούμε στον πόλεμο-φυσικά στο πλευρό της Αντάντ, αφού τα συμφέροντά μας συνδέονται στο σύνολό τους με αυτήν. Σε καμία περίπτωση δεν θα πολεμούσαμε εναντίον της και δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας που να το διανοείται". Έχοντας την εμπειρία και την γνώση στην πρώτη γραμμή ήδη δύο πρόσφατων πολέμων ήθελε την ειρήνη στο διπλασιασμένο Ελληνικό κράτος, με στόχους την ομαλή εθνική ενσωμάτωση των νέων εδαφών, την οικονομική τους ανάπτυξη και την ξεκούραση των στρατιωτών. Έτσι επεδίωκε την ουδετερότητα. Ωστόσο η εμμονή του βασιλιά με την άποψη αυτή τον οδήγησε να δράσει με τρόπο που υπέσκαπτε τα θεμέλια του πολιτικού συστήματος, καταφεύγοντας ακόμα και σε παράνομα μέσα (π.χ παράδοση απόρρητων διπλωματικών εγγράφων στους Γερμανούς).

Η αρχή της διένεξηςΕπεξεργασία

Η προσπάθεια της Αντάντ να συμφιλιώσει Σερβία, Βουλγαρία, Τουρκία και Ελλάδα και να δημιουργήσει ένα συνασπισμό στα Βαλκάνια απέτυχε. Κατά δήλωση του Γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών "άξονας της πολιτικής της Αντάντ στα Βαλκάνια είναι οι Πρώσοι" (δηλ. Βούλγαροι τους οποίους η Ελλάδα ένα-δύο χρόνια νωρίτερα είχε συντρίψει). Λίγες εβδομάδες μετά την κήρυξη του πολέμου, o Βενιζέλος είχε διατυπώσει την άποψη στο υπουργικό συμβούλιο πως ο πόλεμος μέσα σε τρεις εβδομάδες θα τελειώσει και πρέπει να σπεύσει η Ελλάδα να συμμετάσχει σ΄ αυτόν για να μην χάσει τα κέρδη της. Τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1915, ο Έλληνας πρωθυπουργός απέστειλε στον Βασιλιά Κωνσταντίνο τρία σχέδια-μνημόνια με τα οποία πρότεινε να παραχωρηθούν εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας, με τη Δράμα και τη Καβάλα, στη Βουλγαρία (ωστέ να βγει και αυτή στον πόλεμο με την Αντάντ), με αντάλλαγμα εδάφη στη Μικρά Ασία μετά το πέρας του πολέμου. Σε υπουργικό συμβούλιο που έγινε, ο Κωνσταντίνος διαφώνησε, όπως και ο Ιωάννης Μεταξάς. Παρ' όλ' αυτά, οι Αγγλογάλλοι δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την είσοδο στον πόλεμο της Τουρκίας αρχικά και της Βουλγαρίας αργότερα στο πλευρό των Αυστρογερμανών.

 
Διαδήλωση υπέρ του Κων/νου στην Αθήνα, Ιούλιος 1915

Υπέρ της ουδετερότητας συνηγορούσε και η μη εγγύηση της ακεραιότητας της Ελλάδας από την Αντάντ. Ο Κωνσταντίνος, αντίθετα, ήθελε να γνωρίζει τα ανταλλάγματα που θα έδιναν οι Αγγλογάλλοι στην Ελλάδα μετά από μια ενδεχόμενη νίκη τους, βάζοντας και όρους για την συμμετοχή της στον πόλεμο στον πλευρό τους. Μάλιστα είπε «Το ελληνικό το αίμα είναι λιγοστό! Για να το χύσουμε για χάρη σας, κύριοι της Αντάντ, θα πρέπει να γνωρίζουμε ποια θα είναι τα ανταλλάγματα». Ο Βενιζέλος δεν έθετε το θέμα των ανταλλαγμάτων και επεδίωκε τη συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο χωρίς όρους, έχοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητές του για οφέλη υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915). Ο Κωνσταντίνος, μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη του ΓΕΣ και του Μεταξά πως η επιχείρηση θα κατέληγε σε αποτυχία, αρνήθηκε. Έτσι, η "άνευ όρων φιλοανταντική" πολιτική του Βενιζέλου έβρισκε αντίθετο το Παλάτι, το ΓΕΣ και τη μεγαλύτερη μερίδα της αντιπολίτευσης. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν μεγάλος στρατιωτικός νους για εκείνη την εποχή. Ήταν της άποψης ότι μια ελληνική συμμετοχή στην εκστρατεία της Καλλίπολης θα καθιστούσε πολύ πιθανή μια βουλγαρική επίθεση από τα βόρεια, ενώ θεωρούσε παράλληλα ότι ήταν πολύ δύσκολη η ελληνική επικράτηση στη Μικρά Ασία για γεωγραφικούς και εθνοτικούς λόγους.

Η διαφωνία μεταξύ Βασιλιά και Πρωθυπουργού οδήγησε στην παραίτηση της Κυβέρνησης Βενιζέλου την 21η Φεβρουαρίου 1915. Στις εκλογές του Μαΐου, ο Βενιζέλος επανεκλέχθηκε και θεώρησε το αποτέλεσμα ως έγκριση της εξωτερικής πολιτικής του, επαναλαμβάνοντας τη δέσμευση που είχε αναλάβει η Ελλάδα ως σύμμαχος απέναντι στη Σερβία, εάν εκείνη δεχθεί επίθεση από τη Βουλγαρία. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1915, η Βουλγαρία κήρυξε επιστράτευση και η Ελλάδα αναγκάστηκε να πράξει το ίδιο. Ο Κωνσταντίνος επέμενε στις θέσεις του για ουδετερότητα. Τελικά, δέχτηκε να επιστρατεύσει 18.000 εφέδρους, ως προφύλαξη για το ενδεχόμενο βουλγαρικής επίθεσης.

Εν τω μεταξύ, αγγλογαλλικά στρατεύματα (που μόλις είχαν ηττηθεί, έχοντας δεκάδες χιλιάδες νεκρούς στην Καλλίπολη) αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία, με τη συναίνεση του Βενιζέλου και με τον Κωνσταντίνο να εξαγριώνεται. Η γενική διοίκηση των γαλλοβρετανικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη ανατέθηκε στον Γάλλο Στρατηγό Σαράιγ (Sarail) που ήταν ένθερμος αντιμοναρχικός, προσεταιριζόμενος στο μέλλον μέρος της εξουσίας του βασιλέως, και παρά τη δηλωμένη ουδετερότητα της Ελλάδας ενθάρρυνε τη στρατολόγηση ενός ελληνικού «εθνικού στρατού» για να πολεμήσει τους Βούλγαρους. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1915, η Γερμανία πρότεινε στην Ελλάδα «ουδετερότητα de facto» με αντίδωρα, εφόσον κέρδιζε τον πόλεμο, την εξασφάλιση του Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου, παραχώρηση στην Ελλάδα της Βορείου Ηπείρου, διαρρύθμιση των συνόρων προς την Βουλγαρία και μελλοντική παραχώρηση της Δωδεκανήσου και της Κύπρου. Σε αντίθεση, η Αντάντ δεν εξασφάλιζε ακόμα ούτε την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος, κάτι που στο μέλλον θα αναγκαζόταν να πράξει.

Με τα Ανάκτορα εξαγριωμένα να εμμένουν στην θέση τους, ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε πάλι σε παραίτηση και διεξήχθησαν εκ νέου εκλογές στις 6 Δεκεμβρίου 1915. Ο Βενιζέλος και οι Φιλελεύθεροι απείχαν θεωρώντας αντισυνταγματικές τις πράξεις των Ανακτόρων. Έτσι, νίκησαν οι φιλοβασιλικοί.

Παράδοση Ανατ.Μακεδονίας στους Βούλγαρους από τη φιλοβασιλική κυβέρνησηΕπεξεργασία

 
Βρετανική γελοιογραφία ειρωνεύεται τον βασιλιά Κωνσταντίνο για την αδράνειά του κατά τη βουλγαρική εισβολή στη Μακεδονία. Ο Βούλγαρος βασιλιάς Φερδινάνδος μπαίνει από το παράθυρο ρωτώντας Ενοχλώ; και ο Κωνσταντίνος του απαντά Όχι. Νιώσε σαν στο σπίτι σου.

Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις που διορίστηκαν στη συνέχεια διατήρησαν την πολιτική «ουδετερότητας». Οι δυνάμεις της Αντάντ μετά την ήττα του Βενιζέλου άρχισαν να προτείνουν ανταλλάγματα. Απορρίφθηκε όμως από την Ελληνική κυβέρνηση και τον Κωνσταντίνο η προσφορά της Κύπρου από τη Βρετανία, με αντάλλαγμα τη συμπαράταξη της Ελλάδος με την Αντάντ. Οι Έλληνες διχάστηκαν ανάμεσα σε δύο παρατάξεις, φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών, κάτι που θα συντελούσε στην άνδρωση του εθνικού διχασμού με όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθά του.

Η φιλοβασιλική Κυβέρνηση Σκουλούδη, μετά την κατάληψη του φρουρίου Ντοβά Τεπέ απ'την Αντάντ, για να δημιουργήσει τετελεσμένο γεγονός υπέρ των Γερμανών, ή για να επιδείξει ουδετερότητα προς τις Κεντρικές Δυνάμεις, αποφάσισε την παράδοση του φρουρίου Ρούπελ σε αυτές. Ειδικότερα, ο πρωθυπουργός Σκουλούδης, ο υπουργός Στρατιωτικών Γιαννακίτσας, ο τότε αναπληρωτής του επιτελάρχη του Στρατού (και κατοπινός δικτάτορας) Ιωάννης Μεταξάς, με τη σύμφωνη γνώμη του φιλογερμανού βασιλιά Κωνσταντίνου, αποφάσισαν την αμαχητί παράδοση του οχυρού Ρούπελ στους Γερμανοβουλγάρους, στις 26 Μαΐου 1916[3][4][5]

Ο ιστορικός Γ. Βεντήρης έγραψε πως η παράδοση στους γερμανοβούλγαρους αποτέλεσε «αίσχος εις τας ημέρας του ελληνισμού».[6]

 
Το 1914 η πόλη της Δράμας είχε πληθυσμό 25.000 κατοίκων, εκ των οποίων 4.000 πέθαναν από πείνα και ασθένειες κατά τη βουλγαρική κατοχή του 1916-18 (αρχείο Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου Η.Π.Α.).

Την παράδοση του Ρούπελ ακολούθησε μια γερμανοβουλγαρική εισβολή σε όλη την ανατολική Μακεδονία. Στη συνέχεια έγινε η παράδοση της Καβάλας στις Γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις και η παράδοση του ελληνικόυ Δ' Σώματος Στρατού, με περισσότερους από 7.000 αξιωματικούς και στρατιώτες που κατέληξαν αιχμάλωτοι στο γερμανικό στρατόπεδο του Γκέρλιτς στα γερμανοπολωνικά σύνορα.[7][8]

Ακολούθησε η πολύνεκρη για τον Ελληνισμό Β΄ Βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας (1916-1918). Στη διάρκεια της Β' Βουλγαρικής Κατοχής (1916-1918) ο ελληνικός πληθυσμός στις πόλεις και τα χωριά υπέστη διώξεις, λιμοκτονία, ομηρίες καθώς και συλλήψεις, φυλακίσεις, βιαιοπραγίες και βασανισμούς από τη μυστική βουλγαρική αστυνομία και τον κατοχικό βουλγαρικό στρατό. Ως αποτέλεσμα χιλιάδες Έλληνες έχασαν τη ζωή τους.[9][10][11][12][13]

Το Κίνημα Εθνικής ΑμύνηςΕπεξεργασία

 
Η τριανδρία: Κουντουριώτης-Βενιζέλος-Δαγκλής

Κομβικό σημείο αποτέλεσε η εισβολή των Γερμανοβουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία και η παράδοση στις 26 Μαΐου 1916 του Ρούπελ σε Βουλγαρικές δυνάμεις - κατόπιν διαταγών από το Υπουργείο Στρατιωτικών στην Αθήνα - και η επακόλουθη Βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών (1916-1918). Το Δ΄ Σώμα Στρατού αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στη Γερμανία, όπου παρέμεινε υπό επιτήρηση σε στρατόπεδο στην πόλη Γκαίρλιτς.

Στις 16 Αυγούστου 1916, ξέσπασε το χωριστικό κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη το οποίο υποστήριξε ο συμμαχικός στρατός που είχε στο μεταξύ αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη, καθώς και φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί. Ο Βενιζέλος, ως ηθικός αυτουργός του κινήματος, τάχθηκε με αυτό και στις 26 Σεπτεμβρίου μετέβη στα Χανιά, όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση με αρχικά μέλη την τριανδρία, αποτελούμενη από τον ίδιο, τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και τον στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή. Από εκεί μετέβη στη Θεσσαλονίκη.

Η πρώτη προκήρυξη της Επαναστατικής Κυβέρνησης («Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης») δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό 1 φύλλο της Εφημερίδας της Προσωρινής Κυβερνήσεως που εκδόθηκε στα Χανιά 15 Σεπτεμβρίου 1916 με το παρακάτω περιεχόμενο:

Το ποτήριον των πικριών, των εξευτελισμών και των ταπεινώσεων υπερεπληρώθη. Μια πολιτική της οποίας δεν θέλομε να εξετάσωμεν τα ελατήρια, απειργάσθη ενός και ημίσεως έτους τοιαύτας εθνικής συμφοράς, ώστε ο συγκρίνων την Ελλάδα της σήμερον προς την προ ενός και ημίσεως έτους Ελλάδα να αμφιβάλλη αν πρόκειται περί ενός και του αυτού κράτους. Το Στέμμα εισακούσαν εισηγήσεις κακών συμβούλων επεδίωξε την εφαρμογήν προσωπικής πολιτικής διά της οποίας η Ελλάς απομακρυνθείσα των κατά παράδοσιν φίλων της, επεζήτησε να προσεγγίση τους κληρονομικούς εχθρούς της.

Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης δεν κατάργησε την μοναρχία. Ο Βενιζέλος, παρά τις προτροπές συνεργατών του, επέλεξε να μην άρει την αναγνώριση προς τον Κωνσταντίνο και απέδωσε τη συμπεριφορά του Βασιλιά σε «ανεύθυνους και κακούς συμβούλους». Στις 24 Νοεμβρίου 1916, η "Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης" κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

 
Γαλλικό πλοίο βομβαρδίζει την Αθήνα (1916)

Η Ελλάδα είχε κοπεί στα δύο: από τη μια μεριά, το κράτος της Θεσσαλονίκης που περιλάμβανε τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αποφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε τη μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Από την άλλη μεριά, η φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου με τους απολυθέντες στρατευμένους («επιστράτους») που είχε οργανώσει ο Ιωάννης Μεταξάς σε παρακρατικές ομάδες προς απόκρουση κινδύνου. Τον Δεκέμβριο του 1916, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αναθεμάτισε και αφόρισε τον Βενιζέλο. Στην προσπάθεια των Γάλλων και του Βενιζέλου να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά μπήκαν στον Πειραιά και αποβίβασαν 3.000 άνδρες, ενώ βομβάρδισαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα, σε μια σειρά επεισοδίων γνωστών ως «Νοεμβριανά». Σημειώθηκαν συγκρούσεις με το φιλοβασιλικό στράτευμα, ενώ κύμα διώξεων ξεκίνησε στην Αθήνα κατά των φιλοβενιζελικών. Με την επέμβαση των συμμαχικών δυνάμεων, ο εθνικός διχασμός έφθασε στο απόγειό του.[14] Όλα τα λιμάνια ήταν αποκλεισμένα από τους Γάλλους, με αποτέλεσμα η Αθήνα αλλά και άλλες πόλεις της Νοτίου Ελλάδος να λιμοκτονήσουν.

Η επίσημη είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο (1917)Επεξεργασία

 
Τμήμα του ελληνικού στρατού παρελαύνει στην Αψίδα του Θριάμβου, Παρίσι, κατά την νικητήρια παρέλαση μετά το πέρας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, Ιούλιος 1919.

Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από τον νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόιντ Τζόρτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει το θρόνο του προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό, στέλνοντας τον Γάλλο Κάρολο Ζοννάρ. Eπικαλέστηκαν μάλιστα το καθεστώς των «Προστάτιδων Δυνάμεων», το οποίο είχαν κατά την άποψή τους από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Μετά το τελεσίγραφο των Συμμάχων, ο Βασιλιάς μπροστά στον κίνδυνο αιματοχυσίας αποσύρθηκε από το θρόνο, χωρίς όμως να παραιτηθεί τυπικά, και στις 15 Ιουνίου 1917 έφυγε στην Ελβετία αφήνοντας στη θέση του τον δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο ο οποίος διέθετε την εμπιστοσύνη της Αντάντ.

Ο Βενιζέλος ήρθε στην Αθήνα και σχημάτισε κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου. Ο Βενιζέλος έχοντας χάσει πλέον πολλούς οπαδούς του στην Παλαιά Ελλάδα, αλλά και θεωρώντας αντισυνταγματικές τις παλαιότερες πράξεις του Βασιλιά, ανακάλεσε το διάταγμα της διάλυσης της Βουλής του Μαΐου 1915. Η ανασυσταθείσα Βουλή χαρακτηρίστηκε ειρωνικά «Βουλή των Λαζάρων». Στις 15 Ιουνίου, η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις επισημοποιώντας την ανάλογη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης.

Ακολούθησαν εξορίες των πολιτικών αντιπάλων του Βενιζέλου από τους Γάλλους στην Κορσική, σε εσωτερική εξορία ή σε κατ'οίκον περιορισμό, καθαιρέσεις μητροπολιτών, απολύσεις δικαστικών και αξιωματικών, δημοσίων υπαλλήλων κτλ.[εκκρεμεί παραπομπή]

Η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα τη θριαμβευτική νίκη κατά των Γερμανοβουλγάρων στα υψώματα του Σκρα Ντι Λέγκεν στις 30 Μαΐου 1918 και τη συμμετοχή των ελληνικών δυνάμεων στην τελική επίθεση και διάσπαση του μετώπου, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Λίγες μέρες αργότερα, η Βουλγαρία θα συνθηκολογούσε και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η Οθωμανική αυτοκρατορία θα σύναπτε ανακωχή στον Μούδρο.

Ο Φρανσαί ντ' Εσπερέ, αρχιστράτηγος του Βαλκανικού Μετώπου, με αφορμή τον νικηφόρο αγώνα των Ελλήνων θα σημειώσει: «Ιδιαιτέρως διά τον ελληνικόν στρατόν τονίζω τον ζήλον, την ανδρείαν και την παροιμιώδην ορμήν, τα οποία επέδειξε κατά τον υπ' αυτού διαδραματισθέντα ένδοξον ρόλον επί των οχθών του Στρυμώνος και του Αξιού».

Η συνθηκολόγηση, τέλος, της Γερμανίας στις 11 Νοεμβρίου 1918 έβαλε τέλος στον Μεγάλο Πόλεμο που διήρκεσε τέσσερα έτη και αιματοκύλησε την Ευρώπη.

Η συνθήκη των ΣεβρώνΕπεξεργασία

Η Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) αποτέλεσε μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία του Βενιζέλου. Με το τέλος του πολέμου, η Ελλάδα απέκτησε την Ίμβρο, την Τένεδο και την Ανατολική Θράκη μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας. Η περιοχή της Σμύρνης έμενε υπό την ονομαστική επικυριαρχία του Σουλτάνου αλλά θα διοικούνταν από Έλληνα Αρμοστή ως εντολοδόχο των Συμμάχων και θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα με δημοψήφισμα μετά από πέντε χρόνια. Το άρθρο 26 της Συνθήκης όριζε ακόμα ότι αν οι οθωμανικές αρχές δεν συναινούσαν στην εφαρμογή της, θα έχαναν από την κυριαρχία τους την Κωνσταντινούπολη, την οποία θα μπορούσε να καταλάβει η Ελλάδα, κάτι το οποίο έντεχνα είχε προωθήσει ο Βενιζέλος.

Παράλληλα, η Βόρεια Ήπειρος ενσωματωνόταν στην Ελλάδα με το μυστικό σύμφωνο Βενιζέλου - Τιττόνι. Η Ιταλία συμφώνησε ακόμα να παραχωρήσει στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα (εκτός από τη Ρόδο και το Καστελόριζο), ενώ αν η Βρετανία έδινε στο μέλλον την Κύπρο στην Ελλάδα, τότε (μετά από δημοψήφισμα) θα παραχωρούνταν και αυτά τα νησιά (το σύμφωνο όμως ακυρώθηκε αργότερα μονομερώς από τον Κάρλο Σφόρτσα το καλοκαίρι του 1920).

Η επικύρωση της Συνθήκης δεν έγινε από κανένα συμμαχικό κοινοβούλιο (ούτε από το ελληνικό), καθώς μετά την επαναφορά του Κωνσταντίνου στον ελληνικό θρόνο, διαταράχθηκαν οι σχέσεις με τις συμμαχικές δυνάμεις, οι οποίες ποτέ δεν τον αναγνώρισαν ως αρχηγό του ελληνικού κράτους

ΕπακόλουθαΕπεξεργασία

Ενώ όμως επρόκειτο ο Βενιζέλος να γυρίσει στην Ελλάδα, μετά την υπογραφή της συνθήκης, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του στον σιδηροδρομικό σταθμό Γκαρ ντε Λυών στο Παρίσι από δύο απότακτους Έλληνες φιλοβασιλικούς αξιωματικούς, κατά την οποία τραυματίστηκε από πυρά περιστρόφου. Αφού θεραπεύτηκε από τα τραύματά του, επέστρεψε τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στην Αθήνα. Ως αντίποινα για την απόπειρα δολοφονίας, εξαπολύθηκε κυνήγι αντιβενιζελικών στην Αθήνα, θύμα του οποίου έπεσε και ο Ίων Δραγούμης.

Με την αντιπολίτευση να ζητά επιμόνως εκλογές, ο Βενιζέλος αποφάσισε να διεξαχθούν τον Νοέμβριο του 1920. Οι Φιλελεύθεροι ηττήθηκαν από την Ηνωμένη Αντιπολίτευση, και ο Βενιζέλος αναχώρησε αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Ένα μήνα πριν, ο Βασιλιάς Αλέξανδρος είχε πεθάνει αιφνιδίως, περιπλέκοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση και δημιουργώντας εκ νέου καθεστωτικό ζήτημα. Τελικά, με το Δημοψήφισμα του 1920, ο εξαιρετικά αντιπαθής στις συμμαχικές Δυνάμεις, Κωνσταντίνος, επέστρεψε εκ νέου στην Ελλάδα και τον Θρόνο.

Κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο μικρασιατικό μέτωπο, τις οποίες συνέχισε η φιλοβασιλική κυβέρνηση παρά τις υποσχέσεις για αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής και επιδίωξη ειρήνης, ο διχασμός συνέχισε να υφίσταται. Ο δημοσιογράφος Ανδρέας Καβαφάκης δολοφονήθηκε στην Αθήνα από φιλοβασιλικούς τον Φεβρουαρίου του 1922, ενώ θύμα δολοφονικής απόπειρας έπεσε και ο Παύλος Κουντουριώτης.

Η Μικρασιατική Καταστροφή και το στρατιωτικό κίνημα του 1922 ήταν η τραγική κορύφωση του δράματος που κατέληξε στη δίκη των έξι.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Ξενοφών Στρατηγός, Η Ελλάς στη Μικρά Ασία, σελ.9
  2. Ξενοφών Στρατηγός, Η Ελλάς στη Μικρά Ασία, σελ.12
  3. Σπύρος Κουζινόπουλος, Δράμα 1941. Μια παρεξηγημένη εξέγερση, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σελ. 19-20.
  4. Βασίλης Χ. Ριτζαλέος, Οι εβραϊκές κοινότητες στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο Αρχειοθετήθηκε 2019-09-13 στο Wayback Machine., Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης-Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 34.
  5. Τσέκου, Κατερίνα (1 Αυγούστου 2010). «Οι επιδιώξεις των Βούλγαρων στη Μακεδονία». kathimerini.gr. Η Καθημερινή. Ανακτήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 2019. 
  6. «Η παράδοση του Ρούπελ και της Αν. Μακεδονίας: Όταν ο Μεταξάς είπε «ΝΑΙ» στους Γερμανοβουλγάρους». Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2020. 
  7. «Η παράδοση του Ρούπελ και της Αν. Μακεδονίας: Όταν ο Μεταξάς είπε «ΝΑΙ» στους Γερμανοβουλγάρους». Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2020. 
  8. «Η ντροπή του εθνικού διχασμού». Μηχανή του Χρόνου. 29 Απριλίου 1941. Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2020. 
  9. Η βουλγαρική εισβολή στην Ανατ. Μακεδονία -του Ιακωβου Μιχαηλιδη, εφημερίδα Καθημερινή 25.09.2011
  10. Τετράδια Βουλγαρικῆς Κατοχῆς, Ἀνατολική Μακεδονία 1916-1918, ἐπιμέλεια Ν. Ρουδομέτωφ, τ. 2ος, Ἱστορικό Λογοτεχνικό Ἀρχεῖο Καβάλας, Καβάλα 2008.
  11. Β.Σ. Κάρτσιου, Ἡ Γενοκτονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας κατά τή 2η Βουλγαρική Κατοχή (1916-18), ἐκδ. Ἐρωδιός, Θεσσαλονίκη 2010.
  12. Βασίλης Χ. Ριτζαλέος, Οι εβραϊκές κοινότητες στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο Αρχειοθετήθηκε 2019-09-13 στο Wayback Machine., Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης-Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 34.
  13. Τσέκου, Κατερίνα (1 Αυγούστου 2010). «Οι επιδιώξεις των Βούλγαρων στη Μακεδονία». kathimerini.gr. Η Καθημερινή. Ανακτήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 2019. 
  14. Βλ. αντίθετη άποψη Ζολώτα, Αναστασίου Π. (1995). Η Εθνική Τραγωδία. Αθήνα, Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.), Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίας Διοικήσεως (Τ.Π.Ε.Δ.Δ.). σελίδες 3–80. 

Επιπλέον βιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, 1915 - Ο Εθνικός Διχασμός, εκδ.Πατάκη,Αθήνα, 2015
  • Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, «Τα σπέρματα του διχασμού», Η Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων, 1910-1914, Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1993, σσ. 227-232.
  • Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, Εθνικός διχασμός και μαζική οργάνωση. Οι επίστρατοι του 1916, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1996
  • Συλλογικό έργο. Εθνικός διχασμός 1916-1917 : Ο Κωνσταντίνος, ο Βενιζέλος και το "Ανάθεμα", Ελευθεροτυπία, 2009
  • Θεμιστοκλής Ηλ. Πέτρου, Ο εθνικός διχασμός στην ομογένεια της Αμερικής και η αρχιεπισκοπεία του Αθηναγόρα,εκδ.Περίπλους, 2009
  • Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού κατά την αρθρογραφία του Ελευθέριου Βενιζέλου και του Ιωάννου Μεταξά,εκδ.Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη, 1994
  • Αντώνης Κλάψης, Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα, 2019.
  • Γιάννης Mουρέλος, Τα «Νοεμβριανά» του 1916. Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων,εκδ.Πατάκης,Αθήνα, 2007
  • Γιάννης Mουρέλος, «Η Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης και οι σχέσεις της με τους Συμμάχους», Μνήμων, Τόμος Η΄, Αθήνα, 1980-1982, σ.150-188
  • Κωνσταντίνος Ζαβιτζιάνος, Αι αναμνήσεις του εκ της ιστορικής διαφωνίας βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε (1914-1922), τόμ. 1,Αθήνα 1946,
  • Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Η δόξα και ο Διχασμός. Από τα μυστικά αρχεία Βιέννης, Βερολίνου και Βέρνης, 1908-1918, γ΄ έκδ., εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1992
  • Παύλος Πετρίδης (επιμ.), Βασιλική προδοσία (1915-17). Οι συγκλονιστικές αποκαλύψεις της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου στη Βουλή, Εκδόσεις Προσκήνιο, Αθήνα 1999.
  • Παύλος Πετρίδης (επιμ.), Η αποκήρυξη του βασιλέως Κωνσταντίνου από τον ελληνικό λαό (1916-1917), εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000.
  • Παύλος Πετρίδης (επιμ.), Γεωργίου Μ. Μελά. Ο Κωνσταντίνος. Αναμνήσεις του πρώην Γραμματέως του,εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000
  • Γιώργος Αναστασιάδης (επιμ.), Αντιβενιζελικοί λίβελοι,εκδ. University Studio Press,Θεσσαλονίκη 2001
  • Γεώργιος Σ. Πλουμίδης, «Αντιβενιζελικά φυλλάδια και η πολεμική τους (1910-1935)», Θάνος Βερέμης-Οδυσσέας Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, εκδ Φιλιππότη, Αθήνα 1980,σελ.605-631
  • Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, εκδ.Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005
  • Χρήστος Δ. Βήττος, Ο εθνικός διχασμός και η γαλλική κατοχή (1915-1920), εκδ. Όλυμπος, Θεσσαλονίκη 2008
  • Φίλιππος Δραγούμης,Ημερολόγιο, Διχασμός 1916-1919, επιμ. Μάρκος Φ.Δραγούμης, εισαγωγή, σχόλια Χριστίνα Βάρδα, εκδ Δωδώνη, 1995
  • Δέσποινα Παπαδημητρίου, Ο τύπος και ο διχασμός: 1914-1917, Διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, 1991[1]

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία