Άνοιγμα κυρίου μενού

Παύλος Μελάς

Έλληνας στρατιωτικός

Ο Παύλος Μελάς (29 Μαρτίου 1870 – 13 Οκτωβρίου 1904) ήταν αξιωματικός πυροβολικού του ελληνικού στρατού και μακεδονομάχος.

Παύλος Μελάς
Pavlos Melas Portrait.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 29  Μαρτίου 1870
Μασσαλία
Θάνατος 13  Οκτωβρίου 1904
Μελάς Καστοριάς
Εθνικότητα Έλληνες
Υπηκοότητα Ελλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Νέα ελληνική γλώσσα
Σπουδές Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα στρατιωτικός
μακεδονομάχος
Οικογένεια
Σύζυγος Ναταλία Δραγούμη
Τέκνα Μιχαήλ Π. Μελάς
Γονείς Μιχαήλ Μελάς
Αδέλφια Κωνσταντίνος Μελάς
Λέων Μ. Μελάς
Βασίλειος Μ. Μελάς
Γεώργιος Μελάς
Άννα Μελά-Παπαδοπούλου
Οικογένεια Οικογένεια Μελά
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατός Λοχαγός/Ελληνικός Στρατός Ξηράς
Πόλεμοι/μάχες Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και Μακεδονικός Αγώνας

Γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1870, αλλά η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα τέσσερα χρόνια αργότερα. Ήταν γιος του μεγαλέμπορου Μιχαήλ Μελά. Παντρεύτηκε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του πολιτικού Στέφανου Δραγούμη. Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων. Ήταν ένας από τους αξιωματικούς που το 1894 επέδραμαν στα γραφεία της εφημερίδας Ακρόπολις και λίγο αργότερα οργανώθηκαν στην Εθνική Εταιρεία, της οποίας ήταν δραστήριο μέλος. Συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.

Σε συνεργασία με το γυναικαδελφό του Ίωνα Δραγούμη αναμίχθηκε στις μακεδονικές υποθέσεις και στάθηκε από τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού αγώνα, συμμετέχοντας στο Μακεδονικό Κομιτάτο. Το Μάρτιο του 1904 ήταν ένας από τέσσερεις Έλληνες αξιωματικούς που στάλθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση να πραγματοποιήσουν μια αναγνωριστική περιοδεία στη δυτική Μακεδονία, η οποία κατέληξε σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Τον Ιούλιο επισκέφθηκε ιδιωτικά την Κοζάνη και τη Σιάτιστα και αποφάσισε να αναλάβει αντάρτικη δράση στην περιοχή. Τον Αύγουστο διορίστηκε αρχηγός των ελληνικών ομάδων στην περιοχή Καστοριάς και Μοναστηρίου και εισήλθε για τρίτη φορά στην τουρκοκρατούμενη τότε περιοχή της Μακεδονίας, αυτή τη φορά επικεφαλής ένοπλου σώματος. Με τους άνδρες του περιηγήθηκε σε χωριά της περιοχής δρώντας εναντίον εξαρχικών σλαβοφώνων. Ενώ βρισκόταν στο χωριό Στάτιστα της Καστοριάς, το σώμα του δέχτηκε επίθεση από ένα απόσπασμα του τουρκικού στρατού, που παραπλανημένο από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο νόμιζε ότι επιτίθεται σε ομάδα της ΕΜΕΟ, και πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.

Στην Ελλάδα θεωρείται ηρωική μορφή και έχουν ονομαστεί προς τιμή του το χωριό Μελάς της Καστοριάς και ο Δήμος Παύλου Μελά στην κεντρική Μακεδονία.

Πίνακας περιεχομένων

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

 
Ο Μελάς με τη σύζυγό του, Ναταλία, και τα παιδιά τους.

Τα πρώτα χρόνιαΕπεξεργασία

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία της Νότιας Γαλλίας στις 29 Μαρτίου του 1870. Ήταν ένα από τα επτά παιδιά του ηπειρώτη έμπορου Μιχαήλ Μελά και της Ελένης Βουτσινά, κόρης εύπορου κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό. Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Παρακάλαμο Πωγωνίου της Ηπείρου, όπου ακόμη σώζονται τα ερείπια του οικογενειακού πύργου.[1] Η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1874 και κατοίκησε σε ένα κτήριο της οδού Πανεπιστημίου, που σήμερα αποτελεί το μεγαρο της Αθηναϊκής Λέσχης.[2]

Την εποχή εκείνη το κύριο εθνικό και πολιτικό ιδεολογικό ρεύμα στην Ελλάδα ήταν η Μεγάλη Ιδέα, η διεύρυνση των ελληνικών συνόρων για να συμπεριλάβουν ελληνικούς πληθυσμούς που βρισκόνταν υπό ξένη κυριαρχία. Ο πατέρας του Μελά συμμεριζόταν αυτό το όραμα και δαπάνησε σημαντικό μέρος της προσωπικής του περιουσίας για την πραγμάτωσή του. Ασχολήθηκε με την πολιτική, έγινε κατά περιόδους δήμαρχος Αθηναίων και βουλευτής Αττικής. Σε ένα τέτοιο ιδεολογικό κλίμα ανατράφηκε ο νεαρός Μελάς.

Σπουδές και γάμοςΕπεξεργασία

Το 1885 ο Μελάς τελείωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τον επόμενο χρόνο εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ' όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός το 1891. Παράλληλα γνώρισε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του πολιτικού και μέλλοντα πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη και αδελφή του Ίωνα Δραγούμη. Ο Στέφανος Δραγούμης ήταν επίσης φλογερός πατριώτης και είχε εμφυσήσει στα παιδιά του αντίστοιχα ιδανικά. Ο Μελάς και η Δραγούμη παντρεύτηκαν τον Οκτώβριο του 1892 και απέκτησαν δύο παιδιά: τον Μιχαήλ Μελά (χαϊδευτικά Μίκης) το 1895 και τη Ζωή (χαϊδευτικά Ζέζα) το 1897.

Εθνική Εταιρεία και ο πόλεμος του 1897Επεξεργασία

 
Ο Μελάς με τους αδερφούς του κατά τον πόλεμο του 1897.

Τον Αύγουστο του 1894 ο Μελάς συμμετείχε μαζί με άλλους 85 αξιωματικούς στην καταστροφή των γραφείων της εφημερίδας Ακρόπολις, που μετά τον αναίτιο ξυλοδαρμό ενός πολίτη από τρεις αξιωματικούς είχε δημοσιεύσει ένα πρωτοσέλιδο άρθρο που κατήγγειλε τον αυταρχισμό τους και αμφισβητούσε τη χρησιμότητα του σώματος των αξιωματικών. Οι στρατιωτικοί παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο, αλλά τα εντάλματα της προφυλάκισής τους έμειναν ανεκτέλεστα και στο στρατοδικείο αθωώθηκαν.[3] Το Νοέμβριο δεκατέσσερεις από αυτούς, υλοποιώντας μια ιδέα του ανθυπολοχαγού Νικόστρατου Καλομενόπουλου, ίδρυσαν την Εθνική Εταιρεία, ανάμεσα στα πρώτα μέλη της οποίας ήταν ο Μελάς, με αριθμό μητρώου 25.[4][5] Εκείνη την περίοδο υπηρετούσε στην χαρτογραφική στους Μύλους του Άργους.[5] Ο Μελάς ήταν ένας από τους πιο ενεργούς αξιωματικούς που ήταν μέλη της Εθνικής Εταιρείας, αναφορικά με την ίδρυση νέων κατά τόπους τμημάτων στην επαρχία και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης επικοινωνία τους με την ηγεσία της.[6]

Στις 12 Φεβρουαρίου του 1897 o Μελάς υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν τον κάλεσαν να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού. Υπό την πίεση της Εθνικής Εταιρείας και ενάντια στη θέληση των Μεγάλων Δυνάμεων, η ελληνική κυβέρνηση είχε αποφασίσει να στείλει εκστρατευτικό σώμα στην Κρήτη για την στήριξη της εκεί επανάστασης.[7] Ο Μελάς απογοητευμένος έμαθε πως η μονάδα του δεν περιλαμβανόταν στο εκστρατευτικό σώμα. Την επόμενη ημέρα όμως ανακοινώθηκε πως η πεδινή πυροβολαρχία του, υπό τη διοίκηση του πρίγκηπα Νικολάου, θα μετέβαινε στη Λάρισα. Στις 16 Φεβρουαρίου η μονάδα αναχώρησε με πλοίο από τον Πειραιά και μέσω Χαλκίδας και με το σιδηρόδρομο από το Βόλο έφτασε στη Λάρισα.[8] Με την κάλυψη των ανωτέρων του, ο Μελάς ήταν υπεύθυνος για τη μετακίνηση με μια αμαξοστοιχία 55 βαγονιών από το Βόλο στα ελληνοοθωμανικά σύνορα ατάκτων της Εθνικής Εταιρείας που σκόπευαν να εισβάλλουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για να προκαλέσουν πόλεμο.[2] Η αποτυχημένη εισβολή Ελλήνων άτακτων στη Μακεδονία στις 9 Απριλίου έδωσε στην οθωμανική κυβέρνηση την αφορμή που αναζητούσε για την κήρυξη πολέμου.[9] Στις 18 Απριλίου έγινε η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών και η κήρυξη του πολέμου.[εκκρεμεί παραπομπή]

Ο Μελάς στα ημερολόγια του εμφανίζεται ενθουσιασμένος από την έναρξη των εχθροπραξιών.[2] Ενώ η μονάδα του βρισκόταν στα σύνορα, ο ίδιος παρέμενε στη Λάρισα, όπου, αδειούχος, πληροφορήθηκε την κατάρρευση του μετώπου την ώρα που παρακολουθούσε την ακολουθία του Επιταφίου.[2] Η γρήγορη αρνητική τροπή των πραγμάτων, η άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και η εκκένωση της Λάρισας απογοήτευσαν το Μελά.[εκκρεμεί παραπομπή] Παρακολούθησε τη μάχη των Φαρσάλων και τη μάχη του Δομοκού. Δύο μέρες αργότερα,[2] στις 18 Μαΐου, με την είδηση της ανακωχής από τηλεγράφημα του πατέρα του, αρρώστησε με υψηλό πυρετό και ο γιατρός τον έστειλε στη Λαμία και στη συνέχεια στο πλωτό νοσοκομείο Θεσσαλία, όπου υπηρετούσε ως εθελόντρια νοσοκόμα η σύζυγός του Ναταλία. Μαζί επέστρεψαν στο οικογενειακό του σπίτι στην Αθήνα, όπου ανάρρωσε για μία εβδομάδα και στη συνέχεια ζήτησε και επέστρεψε στη Λαμία. Θα επέστρεφε σύντομα ξανά στην Αθήνα, λόγω της ασθένειας του πατέρα του, ο οποίος πέθανε στις 17 Ιουνίου.

Εμπλοκή με το Μακεδονικό ΚομιτάτοΕπεξεργασία

Τον Ιανουάριο του 1899 ο Μελάς έγινε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας,[10] η οποία αυτοδιαλύθηκε το Δεκέμβριο του 1900 μετά από γενική κατακραυγή για την ήττα του '97 και διαμάχη με την κυβέρνηση για τη διαχείριση των οικονομικών κεφαλαίων της. Ωστόσο, μετά από πρόταση του Μελά και του Νικόλαου Πολίτη, αποφασίστηκε το ΔΣ της Εταιρείας να συνεχίσει να συσκέπτεται για εθνικά ζητήματα «εισηγούμενον αναλόγους λύσεις εις την εκάστοτε Κυβέρνησιν».[11][2] Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897, συμμετείχε από τους πρώτους στο ιδρυθέν το 1904 Μακεδονικό Κομιτάτο για την προώθηση της ελληνικής επιρροής στην περιοχή της Μακεδονίας, ως αντίδραση στη δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων.[εκκρεμεί παραπομπή] Ο Μελάς διατηρούσε αλληλογραφία με τον κουνιάδο του, Ίωνα Δραγούμη, που το Νοέμβριο του 1902 διορίστηκε υποπρόξενος στο Μοναστήρι.[12][13] Ο Δραγούμης ενημέρωνε επιστολικά το Μελά, του ζητούσε την αποστολή όπλων, χρημάτων και συνιστούσε την εξαγορά ευρωπαϊκών εφημερίδων.[12] Με επιστολή του από εκεί τον Ιανουάριο του 1903 ο Δραγούμης ενημέρωσε το Μελά για την επικείμενη ίδρυση και τους σκοπούς του Μακεδονικού Κομιτάτου από «λίγους ανθρώπους, πλουσίους και καλούς» και απέρριπτε ως «αρρώστεια» το συνταγματικό κοινοβουλευτισμό, αλλά αποδεχόταν να διαχειρίζεται το κοινοβούλιο μόνο «επαρχιακά» και όχι «εθνικά ζητήματα», προκειμένου να μη «θυμώση ο λαός αν του αφαιρέσουν τον ψήφο». Από τη νέα θέση του, τις Σέρρες, ο Δραγούμης έγραψε στο Μελά τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου να ειναι σε ετοιμότητα για να κινηθεί στρατιωτικά, είτε εναντίον των Βουλγάρων στη Μακεδονία είτε για την κατάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα.[11]

 
Άποψη του Ανταρτικού (πρώην Ζέλοβο).

Στις αρχές του 1904, η ελληνική κυβέρνηση, υπό την πίεση κοινής γνώμης έστρεψε το ενδιαφέρον της στη Μακεδονία και όρισε τον Αλέξανδρο Κοντούλη επικεφαλής μιας τετραμελούς ομάδας αξιωματικών που στάλθηκαν να ελέγξουν την κατάσταση στη δυτική Μακεδονία. Ο Κοντούλης επέλεξε ως συνοδεία του τον Αναστάσιο Παπούλα, το Γεώργιο Κολοκοτρώνη και το Μελά, που ήταν φίλος του. Αφου επέλεξαν τέσσερεις συνοδούς, οι αξιωματικοί ακολούθησαν χωριστές πορείες και, μαζί με τον Κώτα και τον Πύρζα, συναντήθηκαν στο τέλος Φεβρουαρίου στα ελληνοτουρκικά σύνορα, στο Βελεμίστι, με τον Κύρου.[14] Η αποστολή καθυστέρησε εξαιτίας των άσχημων καιρικών συνθηκών και διέσχισαν τον Αλιάκμονα μόλις στις 9(Ι.Η.)/22(Γ.Η.) Μαρτίου και ακολούθως κατευθύνθηκαν μέσω Σιατίστης προς το μοναστήρι του αγίου Νικολάου στο Τσιρίλοβο. Με οδηγό έναν απεσταλμένο του μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη έφτασαν στο χωριό Γκαμπρές στις 15/28 Μαρτίου. Την επομένη ο Μελάς και ο Κολοκοτρώνης συνέδραμαν χρηματικά το δάσκαλο και το απόγευμα ο Κώτας, ο Κοντούλης και ο Μελάς μίλησαν στους ντόπιους υπέρ της σύνταξης με την ελληνική πλευρά. Έπειτα, προχώρησαν στη Ρούλια, το χωριό του Κώτα, την Όστιμα και το Ζέλοβο.[15] Ενώ βρίσκονταν στο Ζέλοβο (σημ. Ανταρτικό) της Φλώρινας ο Παπούλας και ο Κολοκοτρώνης διαφώνησαν με το Μελά και τον Κοντούλη αναφορικά με το αν τα ελληνικά συμφέροντα θα εξυπηρετούνταν με την αποστολή ένοπλων σωμάτων από την Ελλάδα, όπως υποστήριζαν οι πρώτοι, ή με την οργάνωση ντόπιων ομάδων.[16] Μετά το Ζέλοβο, βρέθηκαν στο Ορόβνικ, όπου έλαβαν ένα μήνυμα από το Δραγούμη ότι ο Μελάς έπρεπε να επιστρέψει αμέσως στην Ελλάδα, επειδή οι τουρκικές αρχές είχαν πληροφορηθεί την παρουσία του. Ο Μελάς επισκέφθηκε στο Μοναστήρι το Δραγούμη, που τον έπεισε να υπακούσει. Απογοητευμένος, ο Μελάς πήρε το τραίνο για τη Θεσσαλονίκη φορώντας ένα φέσι, σύμβολο κύρους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και στις 29 Μαρτίου έφτασε στην Αθήνα. Πέντε βδομάδες αργότερα επέστρψαν και οι άλλοι τρεις αξιωματικοί, μετά από διαταγή του ελληνικού ΥπΕξ.[17] Πίσω στην Αθήνα, μία λογομαχία στις 13 Μαΐου ανάμεσα στο Μελά και τον Κολοκοτρώνη για το ζήτημα της αποστολής ή όχι ενόπλων στη Μακεδονία κατέληξε στην οργάνωση μίας μονομαχίας ανάμεσά τους στις 28 του ίδιου μηνός, που είχε ως αποτέλεσμα τον ελαφρύ τραυματισμό του Κολοκοτρώνη από πυροβολισμό.[18]

Μετά τη μονομαχία ο Μελάς ανέλαβε καθήκοντα στη Σχολή Ευελπίδων, αλλά μετά από ειδικό αίτημα δύο Κοζανιτών που επισκέφθηκαν το Στέφανο Δραγούμη το τέλος Ιουνίου, πήρε άδεια είκοσι ημερών για να επανέλθει στη Μακεδονία. Μαζί με τον Πύρζα, έφτασε στην Κοζάνη, πόλη σχεδόν ολοκληρωτικά ελληνική, στις 19 Ιουλίου ως ζωέμπορος με το όνομα «Ζέζας».[19] Ενώ ο Πύρζας επισκέφθηκε το Βογατσικό, το Μπλάτσι και την Καστοριά, ο Μελάς διαπίστωσε ότι η κατάσταση ήταν χειρότερη από αυτή που ανέμενε, αλλά συναντήθηκε στο επισκοπικό μέγαρο της πόλης με μία εξαμελή επιτροπή, με την οποία συνομολόγησε την ανάγκη δημιουργίας επτά σωμάτων των δεκαπέντε ανδρών το καθένα, που θα δρούσαν στην περιοχή Καστοριάς και Βοδενών, υπό τους κλέφτες Καραλίβανο και Βισβίκη και το ύψος του μηνιαίου μισθού που θα δινόταν στους άνδρες. Ακολούθως, έστειλε μια αναφορά στο Στέφανο Δραγούμη ζητώντας την αποστολή χρημάτων στην Κοζάνη και επισκέφθηκε τη Σιάτιστα, όπου ενθουσιάστηκε από την τοπική επιτροπή που συνάντησε. Αν και σχεδίαζε να επισκεθεί τη Βέροια, τη Νάουσα και τα Βοδενά, καθώς εξέλιπαν οι μέρες της άδειάς του, επέστρεψε στην Αθήνα.[20] Ενόσω ήταν στην Κοζάνη, ο Μελάς συνειδητοποίησε την ανάγκη αποστολής ενόπλων στη Μακεδονία και αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος αντάρτικη δράση, ακολουθώντας το παράδειγμα δύο συμμαθητών του από τη Σχολή Ευελπίδων, των ανθυπολοχαγών Τσόντου και Κατεχάκη.[21]

Ένοπλη δράση στη ΜακεδονίαΕπεξεργασία

 
Πορτραίτο του Μελά από το Γεώργιο Ιακωβίδη φιλοτεχνημένο πάνω στη φωτογραφία του Μελά της 21ης Αυγούστου.

Λίγο μετά την επιστροφή του από την Κοζάνη[22] και μετά από παρέμβαση του πρωθυπουργού Γεώργιου Θεοτόκη,[2] στις 14 Αυγούστου ο Μελάς διορίστηκε από το Μακεδονικό Κομιτάτο αρχηγός όλων των σωμάτων που δρούσαν στην περιοχή του Μοναστηρίου και της Καστοριάς. Αναχώρησε για την τρίτη περιοδεία του στη Μακεδονία τέσσερεις μέρες αργότερα συνοδευόμενος από τον Πύρζα και τρεις Κρητικούς, ενώ στη Λάρισα προστέθηκαν στη συνοδεία του τέσσερεις Μακεδόνες και ο Δεσκατιώτης κλέφτης Κατσαμάκας με έξι άνδρες.[23] Στη Λάρισα ο Μελάς φιλοξενήθηκε από τον ανθυπολοχαγό Χαράλαμπο Λούφα που, σύμφωνα με επιστολή που έστειλε ο Μελάς στη σύζυγό του, του ζήτησε να τον φωτογραφίσει. Ο Μελάς συμφώνησε και φωτογραφήθηκε στις 21 Αυγούστου από το Λαρισαίο φωτογράφο Γεράσιμο Δαφνόπουλο ένοπλος -κρατώντας ένα Μάουζερ, ζωσμένος ένα περίστροφο Μάουζερ Ζιγκ-Ζάγκ- και ένστολος,[24] ενδεδυμένος ένα μαύρο κεντητό ντουλαμά.[25] Ο Μελάς έστειλε το πρώτο αντίτυπο της φωτογραφίας στη σύζυγό του, «υπό τον όρον να μην ιδή το φως της ημέρας», αλλά να μείνει ως ανάμνηση για την ίδια και τα παιδιά του αν έχανε τη ζωή του στην αποστολή του,[24] βρίσκοντας ότι θα ήταν «κωμικό» και «μαρτύριο», εάν επέστρεφε άπρακτος, να βλέπει «την φάτσαν [τ]ου έτσι μασκαρεμένην».[25]

Τη νύχτα της 27ης με 28ης Αυγούστου ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα Καπετάν Μίκης Ζέζας, με ένοπλο σώμα 35 ανδρών, που το αποτελούσαν Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικοί, διέβη τα ελληνοοθωμανικά σύνορα και εισέβαλε στα εδάφη της Μακεδονίας, κοντά στο Όστροβο (σημερινή Άρνισσα).[εκκρεμεί παραπομπή] Στο σώμα του Μελά βρίσκονταν ντόπιοι κλέφτες και Κρητικοί παρόμοιων ενασχολήσεων, οι οποίοι κινούνταν και δρούσαν όπως οι κλέφτικες ομάδες. Διαβαίνοντας τα σύνορα, ο Μελάς προσπάθησε να υιοθετήσει την κλέφτικη στάση, απεκδύθηκε τη στολή του αξιωματικού[26] και επέλεξε ως μόνιμη ενδυμασία του το ντουλαμά, με αποτέλεσμα να κερδίσει το σεβασμό των αντρών του σώματός του.[25] Σύμφωνα με μία απολογιστική του έκθεση, που έμεινε ανολοκλήρωτη, ο Μελάς έγραψε στον καϊμακάμη της Φλώρινας ότι μοναδικός σκοπός της δράσης του ήταν «η τιμωρία των δολοφόνων Βουλγάρων και η προστασία των αδελφών μας από τας ορδάς αυτών».[2] Στις 30 Αυγούστου ο ληστής Θανάσης Βάγιας, τον οποίο ο Μελάς είχε προσλάβει ως οδηγό, λιποτάκτησε και στη συνέχεια κατέδωσε το σώμα του Μελά στους Οθωμανούς.[27] Τις επόμενες ημέρες το ένοπλο σώμα του Μελά περιπλανήθηκε στην περιοχή της Σαμαρίνας, με τον ασυνήθιστο σε κακουχίες Μελά να καταπονείται ιδιαίτερα.[28] Στις 5 Σεπτεμβρίου, ύστερα από πορεία πολλών ημερών, όπου αντιμετώπισαν την καχυποψία του τοπικού πληθυσμού[29] ο Μελάς και οι σύντροφοι του έφθασαν στο χωριό Ζάνσκο, όπου τους βοήθησε και εφοδίασε πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους.

 
Ο Μελάς (καθιστός στην πρώτη σειρά) με την ομάδα του (26.8.1904).

Για το Μελά, όπως και άλλους Έλληνες αξιωματικούς που κατευθύνθηκαν από το ελεύθερο ελληνικό βασίλειο στη Μακεδονία, η σιωπηρή άρνηση σλαβόφωνων χωρικών να αναγνωρίσουν ως θρησκευτικό τους ηγέτη το Βούλγαρο Έξαρχο αντί του Οικουμενικού Πατριάρχη ήταν απόδειξη του ελληνικού τους «φρονήματος». Ο Μελάς θεωρούσε τους σλαβόφωνους χωρικούς εξίσου Έλληνες με τους ελληνόφωνους Κρητικούς που τον συνόδευαν και πίστευε ότι είχαν αλλοφωνήσει ως αποτέλεσμα της ξένης κυριαρχίας, μεταναστεύσεων και έλλειψης ελληνικής εκπαίδευσης.[30] Τους αποκαλούσε «Μακεδόνες», εννοώντας ότι είναι κάτοικοι της Μακεδονίας, και τη γλώσσα τους «μακεδονική» και τους θεωρούσε όμοιους με το υπόλοιπο αλλόφωνο ποίμνιο του Πατριάρχη.[31] Συνειδητοποιώντας τη δυσκολία ταύτισης των χωρικών με έννοιες εθνικές, ο Μελάς εξήγησε στους άνδρες του ότι βάση του αγώνα που θα διεξήγαγαν ήταν η θρησκεία, η οποία προσβαλλόταν από τη δράση των Βουλγάρων. Ο ίδιος επέλεξε ως σφραγίδα του το σταυρό και την επιγραφή «Εν τούτω νίκα», σύμβολα κατανοητά από τους χωρικούς που αποσκοπούσε να προσεταιριστεί.[32]

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Μελάς πραγματοποίησε την πρώτη του επιχείρηση. Συνέλαβε έξω από το Στρέμπενο έναν ηλικιωμένο και δύο παιδιά 8 και 15 ετών και στην συνέχεια τον καταζητούμενο πατέρα του 15χρονου. Νωρίς το βράδυ το σώμα εισέβαλε στο χωριό και συνέλαβε ακόμη έναν καταζητούμενο εξαρχικό. Αποφάσισε τελικά να μην σκοτώσει τους δύο καταζητούμενους, υπό τον όρο πως θα πήγαιναν στην ελληνική Μητρόπολη και θα δήλωναν υποταγή στον εκεί Μητροπολίτη,[33] όπως τους έβαλε να ορκιστούν σε μία βίβλο ότι θα πράξουν. Η επιεικής αυτή στάση προκάλεσε τη μήνιν των πατριαρχικών του χωριού, που προσέβλεπαν σε πράξεις αντεκδίκησης για τις πράξεις βίας που είχαν διαπράξει τα προηγούμενα χρόνια εις βάρος τους τα ένοπλα βουλγαρικά σώματα.[34] Στις 17 Σεπτεμβρίου προσπάθησε να οργανώσει επίθεση στο χωριό Άιτος, καθώς ήταν κέντρο εξαρχικών αυτονομιστών, όμως η απροθυμία συνεργασίας του ντόπιου συνεργάτη του του άλλαξε τα σχέδια και αποφάσισε να επιτεθεί στο γειτονικό χωριό Πρεκοπάνα (σημερινή Περικοπή).[35] Εκεί περικύκλωσε τον τοπικό πληθυσμό, που εκείνη την ώρα παρακολουθούσε μια κηδεία. Απαίτησε να δηλώσουν πίστη στον Έλληνα Μητροπολίτη και να ζητήσουν την αποστολή ιερέα και δασκάλου. Για να γίνει πιστευτή η απειλή του, πήρε μαζί του τον εξαρχικό δάσκαλο και τον εξαρχικό ιερέα[27] ποπ-Νικόλα —ο οποίος τον Ιούλιο του 1903 είχε δολοφονήσει τον προκάτοχό του, παπα-Χρίστο—[36] και οι συνεργάτες του τους εκτέλεσαν λίγο έξω από το χωριό.[27] Η δολοφονία φαίνεται να συγκλόνισε τον Μελά.[37]

 
Η Νεγκοβάνη (σημ. Φλάμπουρο), όπου διέμεινε ο Μελάς, σε φωτογραφία των αφών Μανάκη το 1906-7.

Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο χωριό Μπελκαμένη, όπου τους υποδέχτηκαν μυστικά Έλληνες του χωριού. Το απόγευμα της επόμενης ημέρας το σώμα μπήκε στο χωριό και υποχρέωσε τον ρουμανοδάσκαλο σε φυγή.[38] Νωρίς το βράδυ το σώμα κατευθύνθηκε για να χτυπήσει το σλαβόφωνο χωριό Νερέτ (σημερινός Πολυπόταμος). Την επόμενη ημέρα όμως τα σχέδια τους ανατράπηκαν, όταν συνειδητοποίησαν πως στο χωριό βρισκόταν σημαντική δύναμη του οθωμανικού στρατού. Κατά τη διάρκεια της άτακτης φυγής τραυματίστηκε θανάσιμα ο συνεργάτης του Μελά Φίλιππος Καπετανόπουλος απο την Κατράνιτσα (σημ. Πύργοι Βερμίου) .[39] Ο Μελάς τον σκέπασε με την κάπα του, στην οποία είχε αφήσει από αμέλεια ένα γράμμα του ίδιου του Καπετανόπουλου προς τον Δημήτριο Καλλέργη, τον Έλληνα πρόξενο στο Μοναστήρι. Η εύρεση της επιστολής οδήγησε αργότερα σε διάβημα της Υψηλής Πύλης προς την ελληνική κυβέρνηση και την ανάκληση του Έλληνα Προξένου (Καλλέργη).[40] Ύστερα από το επεισόδιο αυτό, το σώμα του Μελά κράτησε χαμηλό προφίλ[εκκρεμεί παραπομπή] και κατευθύνθηκε στη Νεγκοβάνη (σημερινό Φλάμπουρο), ένα κατά πλειοψηφία πατριαρχικό χωριό, όπου έμεινε για αρκετές μέρες λόγω της αδιάκοπης βροχόπτωσης. Κατά την παραμονή του στη Νεγκόβανη ο Μελάς οργάνωσε την άμυνα της ευρύτερης περιοχής. Εκεί τους συνάντησαν στις 30 Σεπτεμβρίου πρόκριτοι του βλάχικου χωριού Νεβέσκα (σημερ. Νυμφαίο Φλώρινας), που τους εφοδίασαν με τρόφιμα και ενδύματα, και ο Καραλίβανος με περίπου σαράντα άνδρες με αποτέλεσμα το σώμα του Μελά να ξεπεράσει τους 70 το πλήθος. Κατατετμημένο σε τέσσερεις ομάδες υπό τον Καραλίβανο, το Γιοβάνη, τον Πουλάκα και τον Πύρζα, το πολυάριθμο σώμα ανάγκασε πολλούς κομιτατζήδες να εγκαταλείψουν τα χωριά όπου βρίσκονταν.[41] Την ίδια περίοδο ενεργούσε στην περιοχή των Κορεστείων η ανταρτοομάδα του Κύρου. Την 1 Οκτωβρίου η ομάδα αυτή, στην οποία βρισκόταν και ο Ευθύμιος Καούδης, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στην Όστιμα (σημερ. Τρίγωνο Φλώρινας) στο Μήτρο Βλάχο, που μετά από πολύωρη μάχη κατάφερε να διαφύγει, χάνοντας ωστόσο περίπου είκοσι άνδρες.[42]

ΘάνατοςΕπεξεργασία

 
Το σπίτι όπου σκοτώθηκε ο Μελάς στη Στάτιστα σήμερα στεγάζει το Μουσείο Παύλου Μελά.
 
Ο Μήτρος Βλάχος και η ανταρτοομάδα του.

Έχοντας οργανώσει την άμυνα των χωριών της Καστοριάς, ο Μελάς σκόπευε να αφήσει περίπου πενήντα άνδρες να ελέχγουν την περιοχή και ο ίδιος να περάσει μέσα από το Ζέλοβο και το Πισοδέρι στην περιοχή του Μεγάροβου και του Μοναστηρίου, για να εκδιώξει από εκεί τις ανταρτοομάδες των κομιτατζήδων και να οργανώσει την άμυνά τους για το χειμώνα. Στις 9 Οκτωβρίου περιέγραψε τη θέλησή του να παραμείνει στην περιοχή σε ένα γράμμα -το τελευταίο του-, που έστειλε στην κουνιάδα του Έφη Καλλέργη, κόρη του Στέφανου Δραγούμη και σύζυγο του αξιωματικού του ιππικού Γιάννη Καλλέργη,[43] με την οποία ο Μελάς είχε ερωτικό δεσμό τους τελευταίους μήνες της ζωής του.[44] Την ίδια μέρα έλαβε ενισχύσεις από την Ελλάδα και δύο μέρες αργότερα με δύναμη 60 ανδρών επιτέθηκε εναντίον προγραμμένων μελών των κομιτάτων στο Νερέτ (σημ. Πολυπόταμο),[2] όπου τους ειδοποίησε ότι κρύβονταν τρεις συμμορίες κομιτατζήδων ο γιος του δολοφονημένου ιερέα του χωριού, που είχε στοχοποιηθεί και ο ίδιος από την ΕΜΕΟ.[45] Η επιχείρηση απέβη άκαρπη και κατά την υποχώρηση του το ελληνικό σώμα δέχτηκε επίθεση κομιτατζήδων με αποτέλεσμα να τραπεί σε φυγή. Μετά την αποτυχημένη επιδρομή στο Νερέτ, ο Μελάς έμεινε με τους μισούς άνδρες του,[2] διανυκτέρευσε υπό βροχήν στο Βίτσι[46] και έστειλε μήνυμα στον Κύρου και τον Καούδη να συναντηθούνε στις 14 Οκτωβρίου κοντά στη Στάτιστα (σημερινός Μελάς), χωριό τότε σλαβόφωνο και μικτού πληθυσμού πατριαρχικών και εξαρχικών,[47][48] που διέθετε οργανωμένο βουλγαρικό πυρήνα.[46] Παρά την αντίρρηση του Πύρζα ότι θα ήταν ασφαλέστερο να μην μπουν στη Στάτιστα, καθώς ήταν πέρασμα των τουρκικών δυνάμεων που μετακινούνταν τακτικά από το Ζέλοβο στο Κονοπλάτι, ο Μελάς επέμενε να εισέλθουν στο χωριό.[49]

Εκεί δέχτηκαν τη φιλοξενία προκρίτων του χωριού και του Ντίνα ή Ντίνε Στεργίου,[50] ενός εικοσιτετράχρονου πρώην κομιτατζή και μέλους της ομάδας του Μήτρου Βλάχου, που είχε φύγει από αυτή για λόγους αντιζηλίας και, συστημένος από το μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, είχε ενταχθεί τον περασμένο Αύγουστο στο σώμα των Καούδη και Κύρου, δίχως να έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη τους για το οριστικό της μεταστροφής του στην ελληνική πλευρά. Ο Ντίνε θα οδηγούσε το σώμα του Μελά στον τόπο συνάντησης με τον Καούδη και τον Κύρου στις 14 Οκτωβρίου και βοήθησε το Μελά να μοιράσει τους άνδρες της ομάδας σε πέντε σπίτια.[46][51] Το απόγευμα της 13ης Οκτωβρίου, όταν πληροφορήθηκαν ότι ένα οθωμανικό απόσπασμα είχε αναχωρήσει από το Κονοπλάτι, ο Μελάς δεν ανησύχησε, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν τουρκική πολιτική να επιτίθενται σκόπιμα στις ελληνικές ομάδες, που τους απάλλασσαν από το καθηκον καταδίωξης των κομιτατζήδων. Ωστόσο, το απόσπασμα είχε κινητοποιηθεί μετά την παραλαβή ένός παραπλανητικού γράμματος γραμμένου στα ελληνικά που είχε συντάξει και στείλει με έναν χωρικό ο επικηρυγμένος Μήτρος Βλάχος, ο κομιτατζής, και έγραφε ότι στη Στάτιστα βρισκόταν ο ίδιος, υπολογίζοντας ότι ο τούρκος λοχαγός θα επετίθετο στη Στάτιστα για να λάβει το ποσό με το οποίο είχε επικηρυχθεί ο Μήτρος Βλάχος, προξενώντας, ωστόσο, το θάνατο του Μελά.[52] Στις 13 Οκτωβρίου το χωριό περικυκλώθηκε από οθωμανικό απόσπασμα 150 ανδρών και ξεκίνησαν αψιμαχίες. Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας θα έβρισκε τον Μελά νεκρό υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.

Για τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου του Μελά υπάρχει πλήθος εκδοχών.[53] Το οθωμανικό απόσπασμα εντόπισε ένα από τα κρησφύγετα των Ελλήνων και ξέσπασαν πυροβολισμοί.[53] Περικύκλωσε επίσης το σπίτι όπου έμεναν ο Μελάς, ο Πύρζας, ο Ντίνας και ένας Κρητικός ονόματι Στρατινάκης, το οποίο καταδεικνυόταν σαφώς στο γράμμα του Μήτρου Βλάχου.[54] Οι περισσότερες αφηγήσεις συντρόφων του Μελά αμφισβητούν το ότι υπήρξε σημαντική μάχη και είναι αμφίβολο αν ο Μελάς και όσοι ήταν μαζί του συμμετείχαν. Όλες οι εκδοχές συγκλίνουν πως κάποια στιγμή τη νύχτα ο Μελάς προσπάθησε να διαφύγει, όμως τραυματίστηκε θανάσιμα. Οι μαρτυρίες ποικίλουν για το αν ο Μελάς τραυματίστηκε από βόλι του τουρκικού αποσπάσματος ή των ανδρών του σώματός του, συγκεκριμένα από εκπυρσοκρότηση του όπλου του Πύρζα, όπως και το αν, ύστερα από τον τραυματισμό του, ο Μελάς απεβίωσε, αυτοκτόνησε, ζήτησε από τον Ντίνα να τον αποτελειώσει ή ο τελευταίος τον σκότωσε αυτόβουλα. Φαίνεται να ήταν ο μοναδικός νεκρός της ελληνικής πλευράς.[53][46] Σύμφωνα με μια αφήγηση των συμβάντων που διαδόθηκε από τις εφημερίδες της εποχής πέθανε στα χέρια του φίλου του, Γεώργιου Στρατινάκη και η τελευταία του φράση πριν ξεψυχήσει ήταν[55] «Βούλγαρος να μη μείνει». Η εκδοχή αυτή δεν επιβεβαιώνεται από καμία μαρτυρία.

ΕπακόλουθαΕπεξεργασία

 
Ο τάφος του Παύλου Μελά όπως δημιουργήθηκε πρώτα στην Καστοριά. Φωτογραφία του 1904 του Λεωνίδα Παπάζογλου.
 
Αναφορά στο ΥπΕξ του προξένου στο Μοναστήρι Φίλιππου Κοντογούρη για το θάνατο του Μελά (19.Χ.1904).

Γύρω από το σώμα του νεκρού Παύλου Μελά εκτυλίχθηκε μια διπλωματική επιχείρηση για την παραλαβή και τον ενταφιασμό του. Οι Έλληνες δεν ήθελαν να γίνει γνωστή στους Οθωμανούς η ταυτότητα και το στρατιωτικό αξίωμα του νεκρού, διότι αυτό θα δημιουργούσε διπλωματική κρίση. Αρχικά ο νεκρός θάφτηκε από τους χωρικούς έξω από τη Στάτιστα, ενώ οι Οθωμανοί δεν γνώριζαν την ταυτότητά του. Αργότερα ο Ντίνας απεσταλμένος της ελληνικής πλευράς (πιθανώς του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη ή του οπλαρχηγού Κύρου) επιχείρησε να ξεθάψει και να μεταφέρει αλλού τον νεκρό. Στο μεταξύ όμως ο θάνατος του Μελά είχε μαθευτεί στην Αθήνα και η εκεί Οθωμανική πρεσβεία ειδοποίησε τις αρχές της Θεσσαλονίκης να βρουν το πτώμα ώστε να το χρησιμοποιήσουν σαν απόδειξη της Ελληνικής επέμβασης σε οθωμανική επικράτεια. Έτσι, ενώ ο Ντίνας έκανε την εκταφή εμφανίστηκε οθωμανικός στρατός. Τότε έκοψε βιαστικά το κεφάλι του νεκρού και έφυγε. Το κεφάλι τάφηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ναού της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι ενώ οι Οθωμανοί πήραν το ακέφαλο σώμα και το πήγαν στην Καστοριά για αναγνώριση. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης, που γνώριζε τα πάντα, κινητοποίησε τη νεολαία της Καστοριάς που περικύκλωσε το Διοικητήριο και απαιτούσε να τους δοθεί το σώμα «κάποιου Ζέζα» που ήταν Έλληνας. Ο μητροπολίτης, προειδοποιώντας ότι μπορεί να συμβούν ταραχές που θα έβλαπταν την ειρηνική συμβίωση Τούρκων και Ελλήνων κατάφερε να του δοθεί το σώμα, το οποίο και τάφηκε στο παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών κοντά στο Μητροπολιτικό Μέγαρο Καστοριάς.[56] Το 1907 ο Στέφανος Δραγούμης ζήτησε από τον Καραβαγγέλη να παρευρεθεί η Ναταλία στην μετά τριετία εκταφή του σώματος του συζύγου της καθώς και να του δοθεί το κεφάλι του Μελά. Ο Καραβαγγέλης φρόντισε να έρθει το κεφάλι του Μελά από το Πισοδέρι στην Καστοριά και η Ναταλία επιβεβαίωσε, χάρη σε τρία χρυσά δόντια που η αδερφή του δεσπότη, Κλεονίκη, εντόπισε στο στόμα του, ότι επρόκειτο για το κεφάλι του Μελά, το οποίο ο Καραβαγγέλης έθαψε στην Καστορια μαζί με το υπόλοιπο σώμα, κάτω από την Αγία Τράπεζα του μητροπολιτικού ναού της πόλης.[57][46]

Ένα τηλεγράφημα της 17ης Οκτωβρίου από το προξενείο του Μοναστηρίου προς το ελληνικό ΥπΕξ έφθασε στην Αθήνα στις 18, οπότε και ενημερώθηκαν οι Δραγούμηδες, ενώ την επομένη το νέο δημοσιεύθηκε στον τύπο.[46] Στις εκκλησίες της Ελλάδας τελέστηκαν μνημόσυνα για το Μελά, ενώ στα σχολεία εκφωνήθηκε μια ομιλία συνταγμένη από την «Επίκουρο των Μακεδόνων Επιτροπή» που τον εξυμνούσε ως γενναίο «Βουλγαροκτόνο», απόστολο της Μεγάλης Ιδέας και φιλόπατρι θυσιασθέντα υπέρ της ελευθερίας, αντάξιο των μεγάλων ανδρών της αρχαίας Ελλάδας. Σύμφωνα με την αφήγηση που κυριάρχησε, ο Μελάς βρήκε εκούσιο θάνατο αψηφώντας χάρη στη φιλοπατρία του τους κινδύνους που διέτρεχε,[58] καθώς ο αθηναϊκός τύπος έγραψε ότι ο Μελάς πυροβολήθηκε αφότου είχε διασπάσει μαζί με το σώμα του τις γραμμές των τούρκων στρατιωτών.[53] Η διασπορά πολλών διαφορετικών φημών σχετικά με το γεγονός και η προσπάθεια απόκρυψης ενοχλητικών λεπτομερειών[46] —όπως του ότι οι μακεδονομάχοι ανέμεναν να μη δεχτούν επίθεση των τουρκικών αρχών και του ότι αυτές τους επιτέθηκαν επειδή νόμιζαν ότι είναι βουλγαρική ομάδα, που "ευλόγως", κατά τον Έλληνα πρόξενο στο Μοναστήρι, αποκρύφθηκαν από την ελληνική κοινή γνώμη—[53] κάλυψαν κάτω από ένα πέπλο μυστηρίου τις συνθήκες θανάτου του Μελά.[46]

Το 1905, φοβούμενος για τη ζωή του, επειδή είχε θανατώσει το Μελά, ο Ντίνε μετανάστευσε στις ΗΠΑ.[46][51] Τρία χρόνια αργότερα, ένας Έλληνας πράκτορας έγραψε στον πεθερό του Μελά, Στέφανο Δραγούμη, ότι συνέχιζε να αναζητεί τον Ντίνε αποφασισμένος να του δώσει «οικτρόν θάνατον» ως προδότη και υπεύθυνο για το θάνατο του Μελά.[51]

ΥστεροφημίαΕπεξεργασία

 
Επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ου αι. με τα υποτιθέμενα τελευταία λόγια του Μελά.

Αν και ο Μελάς ήταν ιδανικός για το έργο της προώθησης του ελληνισμού στη Μακεδονία, τα άμεσα αποτελέσματα της δράσης του ως οπλαρχηγού ήταν πενιχρά.[59] Ο θάνατος του, όμως, κατά το πρότυπο του παραδοσιακού «παλληκαριού», σε μια περίοδο κατά την οποία ο τακτικός στρατός θεωρούνταν άνευ αξίας, ενώ οι άτακτοι πολεμιστές ο αληθινός "στρατός του έθνους", κατέστησε το Μελά μέλος του ελληνικού εθνικού πανθέου, εξώθησε πολλούς εθελοντές να ακολουθήσουν το παράδειγμά του και κατέστησε αδύνατο για τις ελληνικές κυβερνήσεις να παραβλέψουν την υπόθεση της Μακεδονίας.[60] Ο θάνατος του Μελά, γόνου μιας από τις σημαντικότερες ελληνικές οικογένειες, πήρε μεγάλη δημοσιότητα και συγκλόνισε την κοινή γνώμη της εποχής. Ο Μελάς αποτέλεσε υπόδειγμα γενναιότητας και αυταπάρνησης για την απελευθέρωση της πατρίδας στην ελληνική ιστορία.[εκκρεμεί παραπομπή] Στο Μελά αφιέρωσε ένα ποίημά του ο ποιητής Κωστής Παλαμάς.[61] Το 1907 ο Ίωνας Δραγούμης δημοσίευσε με το ψευδώνυμο "Ίδας" το βιβλίο Μαρτύρων και ηρώων αίμα, όπου διηγείται την πορεία και τη δράση του Μελά στη Μακεδονία.[εκκρεμεί παραπομπή] Ήδη πριν την ένταξη της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος, ο Μελάς έγινε εθνικός ήρωας και σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα.[62] Η φωτογραφία του Μελά με αντάρτικη περιβολή, μαζί με τον πίνακα που την ίδια χρονιά φιλοτέχνησε με βάση αυτήν ο Γεώργιος Ιακωβίδης, έγινε το γνωστότερο και μακροβιότερο σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα. Κατά τον ιστορικό Βασίλη Γούναρη, η ιστορία και η σημασία της φωτογραφίας αυτής «είναι το καλύτερο παράδειγμα της απόστασης που χωρίζει τη συμβολική, σχεδόν μυθική, σημασία του Μακεδονικού αγώνα από την ιστορία του».[25] Ως εθνομάρτυρας και σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα, ο Μελάς εικονίστηκε με την ενδυμασία του Μακεδονομάχου και από το ζωγράφο Θεόφιλο.[63]

 
Ο Χατζητάσης (δεξιά) και ο Πύρζας μπροστά στο σπίτι όπου σκοτώθηκε ο Μελάς (δεκαετία του 1920).

Την περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν η εν εξελίξει προσπάθεια αφομοίωσης των σλαβόφωνων στο ελληνικό έθνος και η συνέχιση ύπαρξης διαμαχών μεταξύ των πολιτικά ενεργών Μακεδονομάχων οδηγούσε στον αποκλεισμό του Μακεδονικού Αγώνα από τον επίσημο δημόσιο λόγο, η απότιση φόρου τιμής στο Μελά λειτούργησε ως υποκατάστατο της δημόσιας μνημόνευσης του Μακεδονικού Αγώνα.[62][64] Το όνομα του Μελά δόθηκε το 1927 στη Στάτιστα, το χωριό όπου σκοτώθηκε, που ονομάζεται σήμερα Μελάς,[65] και σε μία «Εθνική Οργάνωση» ντόπιων κυρίως Μακεδονομάχων που ιδρύθηκε τον ίδιο χρόνο, γρήγορα εξαπλώθηκε σε πόλεις και κωμοπόλεις της Μακεδονίας, στόχευε στην ικανοποίηση μέσω πελατειακών δικτύων αιτημάτων υλικής αποκατάστασης των μελών της και ιδεολογία της οποίας ήταν η αντικομμουνιστική εθνικοφροσύνη.[66] Το 1934 ανεγέρθηκε στον πρώτο τάφο του Μελά, στη Στάτιστα, ένα μνημείο, που τον Οκτώβριο του ίδιου έτους καταστράφηκε από αγνώστους, αλλά ανεγέρθηκε εκ νέου από την τοπική κοινότητα.[67] Το 1926 δημοσιεύθηκε ανώνυμα στην Αλεξάνδρεια και το 1964 επώνυμα στην Αθήνα μία βιογραφία του Μελά γραμμένη από τη σύζυγό του, Ναταλία Δραγούμη, συνοδευόμενη από την επιστολογραφία του.[2] Το 1973, όταν η Ελλάδα βρισκόταν υπό στρατιωτική δικτατορία, κυκλοφόρησε η ταινία Παύλος Μελάς του σκηνοθέτη Φίλιππου Φυλακτού με το Λάκη Κομνηνό στον πρωταγωνιστικό ρόλο.[68] Πριν γυριστεί η ταινία διορίστηκε ένας λοχαγός για να επεξεργαστεί το σενάριό της και διατάχθηκε από το ΥπΕξ να αποκρυφθεί ότι η ταινία ήταν παραγωγή του Αρχηγείο Στρατού.[69] Την προβολή της ταινίας παρακολούθησαν όλα τα σχολεία της χώρας.[70]

Κάθε χρόνο στο Μελά της Καστοριάς τελείται μνημόσυνο για το Μελά, το οποίο παρακολουθεί πολύς κόσμος και αξιωματούχοι, ενώ το σπίτι όπου βρήκε το θάνατο έχει μετατραπεί σε μουσείο.[71] Την περίοδο του Μακεδονικού, στις αρχές της δεκαετίας του '90, μετά την ανεξαρτητοποίηση της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, σημειώθηκε αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το Μελά και η εκατοστή επέτειος του θανάτου κηρύχθηκε σχολική αργία.[72] Στην Ελλάδα ο Μελάς θεωρείται σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα και πολλά προσωπικά του αντικείμενα εκτίθενται τώρα στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης και στο Μουσείο Παύλος Μελάς στην Καστοριά. Πλήθος προτομών του στολίζουν πλατείες πόλεων μεταξύ των οποίων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, την Κοζάνη και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Στη Θεσσαλονίκη, μετά το πρόγραμμα Καλλικράτης, οι δήμοι Σταυρούπολης, Πολίχνης και Ευκαρπίας ενώθηκαν σε ένα δήμο με την ονομασία Παύλος Μελάς.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. «Η ημέρα θανάτου του Μακεδονομάχου Παύλου Μελά τιμήθηκε από τους συγχωριανούς του!». iperiodiko.gr. 14 Οκτωβρίου 2014. 
  2. 2,00 2,01 2,02 2,03 2,04 2,05 2,06 2,07 2,08 2,09 2,10 Τάσος Κωστόπουλος (14-10-2018). «Ο αληθινός Παύλος Μελάς». Η Εφημερίδα των Συντακτών. https://www.efsyn.gr/arthro/o-alithinos-paylos-melas. Ανακτήθηκε στις 15-11-2018. 
  3. Γιανουλόπουλος 2003, σελ. 16, 50
  4. Γιανουλόπουλος 2003, σελ. 33-4, 50, σημ. 4
  5. 5,0 5,1 Ιστορία Ελληνικού Έθνους. ΙΔ. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών. 1977, σελ. 96 - 97. 
  6. Γιανουλόπουλος 2003, σελ. 50
  7. Ιστορία Ελληνικού Έθνους. ΙΔ. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών. 1977, σελ. 120. 
  8. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. ο.π., σελ. 127. 
  9. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. ο.π., σελ. 127. 
  10. Γιανουλόπουλος 2003, σελ. 50
  11. 11,0 11,1 Ο ΙΟΣ (10-11-2013). «Η γέννηση του «βαθέος κράτους»». Η Εφημερίδα των Συντακτών. http://archive.efsyn.gr/?p=146211. Ανακτήθηκε στις 15-11-2018. 
  12. 12,0 12,1 Dakin 1966, σελ. 143.
  13. Dakin, Douglas (1985). Μακεδονικός Αγώνας. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ. 52. 
  14. Dakin 1966, σελ. 175-6
  15. Dakin 1966, σελ. 176-7
  16. Dakin 1966, σελ. 177-9
  17. Dakin 1966, σελ. 177
  18. Dakin 1966, σελ. 179
  19. Dakin 1966, σελ. 179-80
  20. Dakin 1966, σελ. 180-1
  21. Dakin 1966, σελ. 179, 181
  22. Dakin 1966, σελ. 184
  23. Dakin 1966, σελ. 184
  24. 24,0 24,1 «Συλλογή φωτογραφιών - ID: 57082». Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Ανακτήθηκε στις 2017-04-03. 
  25. 25,0 25,1 25,2 25,3 Γούναρης 2002, σελ. 8.
  26. Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 213
  27. 27,0 27,1 27,2 Λιθοξόου, Δημήτρης (Μάιος 1996). «Ο Παύλος Μελάς». 3opa. http://www.lithoksou.net/p/o-paylos-melas. 
  28. Μελά, Ναταλία Π. (1992). Παύλος Μελάς. Αθήνα: Δωδώνη, σελ. 348. 
  29. Καραβίτης, Ιωάννης (2008). Ο Μακεδονικός Αγών. Απομνημονεύματα. Αθήνα: Πετσίβας, σελ. Τ. Α' 65. ISBN 9789609001007. 
  30. Koliopoulos, John S. (1999). Plundered Loyalties: Axis Occupation and Civil Strife in Greek West Macedonia, 1941-1949. Λονδίνο: Hurst & Co., σελ. 19-20. 
  31. Koliopoulos, John S. (1997). «The War over the Identity and the Numbers of Greece's Slav-Macedonians». Στο: Mackridge, Peter. Yannakakis, Eleni, επιμ. Ourselves and Others: The development of a Greek Macedonian cultural identity since 1912. Οξφόρδη: Berg, σελ. 44. 
  32. Livanios 1999, σελ. 216
  33. Μελά, σ. 385-386
  34. Livanios 1999, σελ. 206-8
  35. Μελά, σ. 388
  36. Gounaris 2005, σελ. 36-7
  37. Μελά, σ. 390.
  38. Καραβίτης, τ. Α’, σ. 90
  39. Επιστολή προξένου Μοναστηρίου Δ. Καλλέργη προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών, Προξενείο Μοναστηρίου, (23/9/1904), έγγραφο 923.
  40. Κώστας Κλειδής, Με τη λάμψη στα μάτια, Ηριδανός, Αθήνα 1984, σ. 127.
  41. Dakin 1966, σελ. 189
  42. Dakin 1966, σελ. 189-90
  43. Dakin 1966, σελ. 190
  44. Ο ΙΟΣ (14-07-2013). «Και ο παντρεμένος είχε ψυχή - Ο άγνωστος έρωτας του Παύλου Μελά». Η Εφημερίδα των Συντακτών. http://archive.efsyn.gr/?p=73179. Ανακτήθηκε στις 15-11-2018. 
  45. Gounaris 2005, σελ. 38
  46. 46,0 46,1 46,2 46,3 46,4 46,5 46,6 46,7 46,8 Βασίλης Κ. Γούναρης (17-10-2004). «Tο μοιραίο δεκαήμερο». Η Καθημερινή. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 03-08-2012. http://archive.is/xviW. Ανακτήθηκε στις 16-07-2014. 
  47. Dakin 1966, σελ. 190
  48. Brancoff, D.M. (1905). La Macédoine et sa Population Chrétienne. Παρίσι, σελ. 182-3. https://archive.org/stream/lamacdoineetsap01mishgoog#page/n197/mode/2up. «67. Statichta: 960 Bulgares Exarchistes» 
  49. Dakin 1966, σελ. 190
  50. Dakin 1966, σελ. 190
  51. 51,0 51,1 51,2 Ο Ιός. «Ποιος σκότωσε τον Παύλο Μελά; -- Το πορτρέτο του "εκτελεστή"». Ελευθεροτυπία. http://www.iospress.gr/ios2004/ios20041010b.htm. Ανακτήθηκε στις 15-11-2018. 
  52. Dakin 1966, σελ. 190
  53. 53,0 53,1 53,2 53,3 53,4 Ιός (10 Οκτωβρίου 2004). «Ποιος σκότωσε τον Παύλο Μελά;». Ελευθεροτυπία. http://www.iospress.gr/ios2004/ios20041010a.htm. 
  54. Dakin 1966, σελ. 190
  55. Ε Ιστορικά:Μακεδονικό, η περιπέτεια ενός ονόματος από το 1850 έως σήμερα, Έκδοση της Ελευθεροτυπίας, σελ.40
  56. Γερμανού Καραβαγγέλη Απομνημονεύματα, Εκδόσεις Χ. Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη, 1993, σελ. 64-66.
  57. Karakasidou 2004, σελ. 214-5.
  58. Karakasidou 2004, σελ. 197
  59. Gounaris 2005, σελ. 37, σημ. 21.
  60. Koliopoulos & Veremis 2010, σελ. 64, Koliopoulos & Veremis 2002, σελ. 212-3.
  61. «Κωστής Παλαμάς: Παύλος Μελάς». Ανακτήθηκε στις 08-12-2018.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  62. 62,0 62,1 Kostopoulos, Tasos (2011). «La guerre civile macédonienne de 1903-1908 et ses représentations dans l’historiographie nationale grecque». Cahiers Balkaniques 38-39: 213-226. https://ceb.revues.org/835. 
  63. Karakasidou 2004, σελ. 204
  64. Κωστόπουλος 2006, σελ. 406-7.
  65. «Πανδέκτης: Statista -- Melas». Ανακτήθηκε στις 08-12-2018.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  66. Γούναρης, Βασίλης Κ. (1990). «Βουλευτές και Καπετάνιοι: Πελατειακές σχέσεις στη μεσοπολεμική Μακεδονία». Ελληνικά 41: 327-9, 334-5. http://www.academia.edu/24757791/%CE%92%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AD%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%9A%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CE%B9_%CE%A0%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AD%CF%82_%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1. .
  67. Κωστόπουλος 2006, σελ. 409.
  68. «Pavlos Melas (1973)». IMDb. Ανακτήθηκε στις 05-12-2018.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  69. Τ. Κωστ. (14-10-2013). «Μια ανύπαρκτη απαγόρευση». Η Εφημερίδα των Συντακτών. http://archive.efsyn.gr/?p=132217. Ανακτήθηκε στις 05-12-2018. 
  70. Karakasidou 2004, σελ. 207.
  71. Karakasidou 2004, σελ. 208.
  72. Karakasidou 2004, σελ. 204, 207.

ΠηγέςΕπεξεργασία

Επιπλέον βιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη, Βασίλειος Νικόλτσιος (επιμ.), Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη (κείμενα) Παύλος Μελάς. Ένας άνθρωπος της εποχής του. Από το αρχείο της Ναταλίας Ιωαννίδη. Εκδ. Ιδρύμα Μουσείοιυ Μακεδονικού Αγώνα, 2014.
  • Ναταλίας Π. Μελά, Παύλος Μελάς, εκδ.Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 1992
  • Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη (επιμ.), Αγώνας και διλήμματα. Η Μακεδονία του Παύλου Μελά μέσα από τα σημειωματάριά του, εκδ. Ερωδιός, Θεσσαλονίκη, 2005
  • Μίτση Πικραμένου, Παύλος Μελάς - Ωραίος ως Έλλην, εκδ. Τετράγωνο, 2013
  • Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, "Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα". Αθήνα, 1979